Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

Οι αγώνες των ελίτ για κυριαρχία και η επιβεβλημένη δημοκρατική απάντηση

[ Δημοσιεύτηκε στο Αντίφωνο, στις 24 Σεπτεμβρίου 2014 ]

ΣΩΤΗΡΗΣ ΑΜΑΡΑΝΤΟΣ

Το κοινωνικό και ψυχικό υπόβαθρο της αυταρχικής εξουσίας

Έστω και ως κακόγουστη φάρσα, σε καιρούς εκκοσμίκευσης, η εξουσία λαμβάνει τον ιερό της χαρακτήρα, από την ανάγκη νοηματικής στήριξης της αθεμελίωτης υπόστασης της ανθρώπινης γυμνότητας της ζωής. Η εξουσία ιερουργεί την ανθρώπινη ανάγκη για το απόλυτο. Εντελώς σχηματικά υποστηρίζουμε ότι το βασανιστικό για τον άνθρωπο βίωμα της θνητότητας, ως τελικό όριο της ύπαρξης, οδηγεί κάτω από ορισμένες πολιτισμικές και ψυχολογικές συνθήκες, στην απώθηση του θανάτου και στην αποκρυστάλλωση δυο βασικών στάσεων ζωής. Αφενός στην υβριστική υπέρβαση των ορίων της ύπαρξης, μέσα από ψευδαισθήσεις παντοδυναμίας, γεγονός που προκαλεί την ανάδυση της εξουσιαστικής προσέγγισης της ζωής και αφετέρου τον τρόμο έναντι του επερχόμενου τέλους σε κάθε όψη του βίου και αντιστοιχεί σε μια δουλική (μη πολιτική) στάση. Ο θάνατος συνεχίζει να κατευθύνει τη ζωή, από τα παρασκήνια του συλλογικού ασυνειδήτου, όπου καταδικάστηκε σε απώθηση, μορφοποιώντας και αξιοποιώντας ένα σύνολο υποκατάστατων. Η ανάγκη για περιχαράκωση της ύπαρξης σε έναν, αντικειμενικού χαρακτήρα, ορισμό της πραγματικότητας του φυσικού, κοινωνικού και ψυχικού κόσμου, βρίσκει επαρκέστατη απάντηση στην ανάπτυξη του επιστημονισμού και της εμπειρικής του εφαρμογής, στο επίπεδο της γραφειοκρατικής οργάνωσης της εξουσίας. Το ορθολογικό πρότυπο προσανατολίζει την κοινωνική εμπειρία, δια μέσου της θεμελίωσης απαράβατων κανόνων, που αποδίδονται σε υπερβατικού χαρακτήρα πηγές (ανεξέλεγκτες και αδιάγνωστες από την μέση κοινωνική εμπειρία και επιθυμία!!!), οι οποίες ταυτόχρονα ορίζουν το καλό και το κακό στην απολυτότητά τους, όπως βέβαια και την αντίστοιχη από την πλευρά των ανθρώπινων εκπροσώπων ορθή ή λανθασμένη  σχέση μαζί τους. Η ανάδυση του «ειδικού» ως εκπροσώπου του ορθολογικού απόλυτου στα ανθρωπινά πράγματα, καθίσταται αναγκαία για τη σύγχρονη κοινωνική οργάνωση. Έτσι η εξουσία μπορεί να γίνει αντικείμενο λατρείας στο πρόσωπο στυγνών εγκληματιών, ετερόφωτων προσωπικοτήτων, κυνικών ψηφοθηρών, υπό την προϋπόθεση να μπορούν οι τελευταίοι να παρουσιάσουν με τρόπο που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση, μια όψη ενσωμάτωσης του απόλυτου στην καθημερινή ζωή, ως απάντηση στην αγωνία για το πεπερασμένο της ανθρώπινης ύπαρξης. Η ιδεολογία λαμβάνει την καταστατική θέση του δόγματος και οι πολιτικοί απολαμβάνουν το προνόμιο της αποκλειστικής ερμηνείας της «ιερής γραφής» της φύσης των ανθρώπινων κοινωνιών. Ρίγος διαπερνά της μάζες των ανθρώπων, καθώς μέσα από κατανυκτικές τελετουργίες, συμβολισμούς και λάβαρα, οι «ιερείς» της εξουσίας, με τις πολυπληθείς τους κουστωδίες, κατέρχονται (ανά τετραετία περίπου) από τον υψηλό τους θρόνο, για να συναντήσουν τους βέβηλους/θνητούς τους ψηφοφόρους και να πωλήσουν τον προεκλογικό τους μεσσιανισμό. Το ζήτημα της κυριαρχίας βρίσκει έρεισμα στους θεσμούς και στον ανθρώπινο ψυχισμό και αναδεικνύει την ποιότητα των φαντασιακών επενδύσεων, μεταξύ των πόλων θνητότητας/αθανασίας, στο πυρηνικό επίπεδο της οντολογίας μιας κοινωνίας. Μπορούμε να υποθέσουμε μετά από αυτά, τη στενή συνάφεια των έσχατων ερωτημάτων και των απαντήσεων για τη ζωή και τον θάνατο, με τον τρόπο που αρθρώνεται το πολιτικό και οικονομικό θεσμικό σύστημα μιας κοινωνίας, καθώς και με τις ποικίλες διαντιδράσεις μεταξύ των κοινωνικών υποκειμένων. Συνεχίζοντας αυτή την υπόθεση θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε πως ένας άλλος τρόπος διευθέτησης των σχέσεων μας με τη ζωή και τον θάνατο, στην προκειμένη περίπτωση ως άρνηση της απώθησης του θανάτου και ως απόπειρα εγκαθίδρυσης μιας πιο διαφανούς σχέσης με αυτόν, ενδεχομένως να οδηγούσε σε μια άλλου τύπου κοινωνική οργάνωση, στην προοπτική της ελευθερίας.

Για τον φωτισμό της προοπτικής αυτής θα ανατρέξουμε σε έναν κορυφαίο Ρώσο διανοητή. Το κείμενο του Ντοστογιέφσκι «Ο Μέγας Ιεροεξεταστής», μπορεί να κατέχει περίοπτη θέση στον χώρο της θεολογική λογοτεχνίας, αλλά δεν είναι μικρότερο το βάρος του ως πολιτικής πραγματείας.  Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε, ότι η «τελική εικόνα» της ελευθερίας στο κείμενο αυτό αναδύεται ως μια ανοιχτή, στον υπαρξιακό διάλογο, πρόταση ζωής με το υπερβατικό, με τη φύση και με την κοινωνία. Η «τελική εικόνα» της ελευθερίας προσεγγίζει την πληρωματική ταυτότητα με τον εαυτό της, με τη διαλεκτική ενσωμάτωση των εξ αντιθέτου δυνάμεων αλλοίωσης και άρνησης της ελευθερίας. Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται για μια κλειστή κατάσταση διασφάλισης της ακεραιότητας της υπαρξιακής τάξης, αλλά για τη συνεχή αναμέτρηση με τις δυνάμεις του μηδενός, με τις συνθήκες διασάλευσης των όποιων παγιωμένων υπαρκτικών δεδομένων, περικλείοντας  για τον όν ακόμη και τον ενδεχόμενο του μη όντος, τόσο για το αντικείμενο, όσο και για το ίδιο το υποκείμενο. Αυτή η διαπίστωση υπερβαίνει κατά πολύ το πρόταγμα της ελευθερίας του Διαφωτισμού, και την οχύρωση στην αυθεντία της «κριτικής του λόγου». Ο  Ντοστογιέφσκι αντιμετωπίζει την ελευθερία επέκεινα μιας λογικής διεργασίας της ατομικής νόησης, έναντι των ερεθισμάτων των αισθήσεων και των ιδεολογικών της προσλήψεων, όπως επίσης και πέραν  της εργαλειακής λειτουργίας της μεταφυσικής. Η «τελική εικόνα» της ελευθερίας παραπέμπει σε ένα συνεχές διακύβευμα, δεν σκοπεύει, κατ΄αρχήν, σε οιαδήποτε μορφή  σωτηρίας και φιναλιστικής υπαρκτικής αποκατάστασης του όντος. Έτσι η ελευθερία δεν υπηρετεί την προοπτική της υλικής κάλυψης και ακόμη της ψυχικής ευτυχίας. Συμπερασματικά, δεν μπορεί να απαντήσει τελεσίδικα στην άρση του τρομερού γεγονότος του θανάτου.  Όλες αυτές οι μεταβλητές μπορεί να συνιστούν πιθανά ενδεχόμενα, αλλά όχι αναγκαίες απολήξεις της «τελικής εικόνας» της ελευθερίας. Αντίθετα τις περισσότερες φορές όντας εκπρόσωποι της απώθησης  του θανάτου, αποτελούν έναν τρόπο φανταστικής φυγής από τα δεινά του πραγματικού, ένα είδος συναισθηματικής καθήλωσης στην παιδική ανωριμότητα, εκεί που η αυτονόητη πατρωνία των «μεγάλων», παρέχει προστασία από τους κινδύνους της ύπαρξης, δηλαδή από τον κίνδυνο της «τελικής εικόνας» της ελευθερίας. Η ηδονή που προκαλεί η ασφάλεια της ανωριμότητας και η απαρέσκεια της ανάληψης της ευθύνης, επιβάλλει την αναγνώριση ενός συστήματος ηγεμονίας που παραπέμπει, αφενός  σε διαδικασίες και φορείς κηδεμονίας και αφετέρου σε ανίκανες, για την ανάληψη δράσεων και  κατ΄ουσίαν των ευθυνών, ναρκισσικές ατομικότητες. 

Η πολιτική ως εκκοσμικευμένη μορφή θρησκευτικότητας

Οι διάφοροι πολιτικοί συνασπισμοί που λειτουργούν σε καθεστώς φιλελεύθερης κοινοβουλευτικής ολιγαρχίας χρησιμοποιούν ως μέσο χειραγώγησης των πολιτών πάσης φύσεως ψευδοδιλλήματα (π.χ προοδος-συντήριση, μνημόνιο-αντιμνημόνιο), συναισθηματικές κατηγορίες και συνθήματα (πατριωτισμός-κοινωνική αλληλεγγύη), επικλήσεις της ηθικής τάξης (περί της ανάγκης ηθικής ανασυγκρότησης της ατομικότητας, από το ίδιο το άτομο ή την επιλογή ηθικών εξουσιαστών) την κυνική χρήση των οικογενειακών και φιλικών δεσμών, ως προς την εκλογική επιλογή και τη στυγνή εξαγορά της πολιτικής πελατείας με διάφορες αξιομισθίες. Σε αυτό το πλαίσιο, που η πολιτική τίθεται ως φτηνή πραμάτεια των ολιγαρχικών συμφερόντων, προκρίνεται με τη χρήση λαϊκιστικών μεθόδων, η αποδοχή του δεδομένου συστήματος κυριαρχίας, ενώ επιχειρούνται απλά ορισμένες βελτιώσεις σε επιμέρους πτυχές του. Στην ουσία μετατίθενται οι ευθύνες από το σύστημα κυριαρχίας, σε δεδομένα πρόσωπα και ομάδες που διαχειρίζονται την κυβερνητική πολιτική και όχι στους θεσμούς που τους δίνουν τη δυνατότητα να ασκούν την εξουσία τους, με τρόπο αυθαίρετο ως προς τις κοινωνικές ανάγκες. Ταυτόχρονα ως πολίτες «απολαμβάνουμε» συνταγματικά  το δικαίωμα να επενδύουμε τις προσωπικές και συλλογικές μας προοπτικές δικαίωσης, σε ανταγωνιστικούς κομματικούς συνασπισμούς, οι οποίες μετουσιώνονται την ημέρα των εκλογών σε ψήφο, δηλαδή σε μια λευκή, επί της ουσίας, εντολή, που στηρίζεται στην καθαρά μεταφυσικού χαρακτήρα ελπίδα, για την εφαρμογή της μεσσιανικής προεκλογικής υπόσχεσης, στην μετά την κατάληψη της εξουσίας ζωή! Θέτουμε με άλλα λόγια ένα ανορθολογικό μέσο στην υπηρεσία ενός ορθολογικού σκοπού. Τον ανορθολογισμό της εκλογικής διαδικασίας σε ένα ολιγαρχικό πολίτευμα όπως το σημερινό, επιτείνουν, πέρα από την έλλειψη θεσμικών δικλείδων ασφαλείας, για τον έλεγχο των πολιτικών από τους πολίτες και δυο άλλης τάξεως γεγονότα. Το πρώτο είναι ο μη αντιστρέψιμος χαρακτήρας κάποιων πολιτικών επιλογών και το δεύτερο ότι κατά τη διάρκεια μιας διακυβέρνησης, προκύπτουν πλήθος πολιτικών ζητημάτων, τα οποία δεν είχαν προβλεφθεί από κανέναν ή τουλάχιστον δεν είχαν ενταχθεί (σκοπίμως) στο προεκλογικό πρόγραμμα των υποψηφίων εξουσιαστών. Άρα οι εκλογές δεν συνιστούν σε καμία περίπτωση απόφαση διακυβέρνησης από τους πολίτες, αλλά το άλλοθι των πολιτικών ελίτ ώστε να εξουσιάζουν αυθαίρετα στο όνομα των πολιτών. Κατά συνέπεια τα επιχείρημα περί «προτέρου εντίμου βίου» και η αδυναμία να κρίνουμε  τους κομματικούς σχηματισμούς που δεν έχουν ασκήσει την εκτελεστική εξουσία,  δεν έχουν λογικό έρεισμα, διότι τοποθετούν ιδεολογικά την κοινωνία στον ρόλο του πειραματικού σωλήνα και περιθωριοποιούν τον πολίτη στη θέση του πειραματόζωου. Ο τρόπος της πολιτικής δράσης ενός κάποιου πολιτικού μορφώματος, τίθεται στο κριτικό στόχαστρο των πολιτών από την πρώτη στιγμή της ανάδυσής του στη δημόσια σφαίρα και μόνο από τον τρόπο που διευθετεί την εσωτερική λειτουργία των οργάνων του. 

Το ελληνικό πρόβλημα

Το ελληνικό κράτος είναι ο κεντρικός μηχανισμός μέσα από τον οποίο ασκούν διαχρονικά ηγεμονία, οι διάφορες εγχώριες πολιτικές και οικονομικές ελίτ. Παραδομένες σε μία άνευ λογικής εκμετάλλευση αυτής της ηγεμονίας, δεν δίστασαν να υπονομεύσουν ακόμη και τον ίδιο τον μηχανισμό από τον οποίο αντλούσαν τα προνόμιά τους, δηλαδή το κράτος, το οποίο ξεπέρασε τα συνήθη διεθνή (καπιταλιστικά και μη δημοκρατικά) «όρια» χρεοκοπίας, διαφθοράς και αναξιοκρατίας.

Η εγχώρια ελίτ συνιστά μια παρασιτική κοινωνική τάξη που ασκεί εκμετάλλευση στο σύνολο της ελληνικής κοινωνίας και οι όποιοι τριγμοί ή συγκρούσεις θα πρέπει να εκλαμβάνονται ως προσπάθειες ανακατανομής της ισχύος στο εσωτερικό της κυρίαρχης κοινωνικής τάξης, με τελικό στόχο, όχι φυσικά τη βελτίωση των πνευματικών και υλικών αγαθών της κοινωνίας, αλλά τη διαιώνιση και ενδυνάμωση της ταξικής της εξουσίας. Οι ενδοταξικές συγκρούσεις στο επίπεδο της πολιτικής εκπροσωπούνται από τις διάφορες εκδοχές των κομματικών συσπειρώσεων. Οι διάφορες αντίστοιχα ενδοταξικές συμμαχίες μεταξύ των οικονομικών και πολιτικών ομάδων εξουσίας αρθρώνονται στο πλαίσιο επιχειρούμενων διαπραγματεύσεων και συναλλαγών μεταξύ πολιτικού, οικονομικού και επικοινωνιακού κεφαλαίου. Εάν η παραπάνω υπόθεση ευσταθεί είναι δυνατόν να εξηγηθούν πρώτον γιατί οι συγκρούσεις, μεταξύ των κομματικών παρατάξεων, έχουν συγκεκριμένα όρια στην ένταση και στο είδος των ζητημάτων που θέτουν πολεμικά και δεύτερον γιατί ένας πραγματικά αντισυστημικός λόγος συσπειρώνει σχεδόν το σύνολο των κομματικών δυνάμεων εναντίον του.  Από τις βουλευτικές αποζημιώσεις και τις δικαστικές αρμοδιότητες της βουλής, έως την ιδεολογική χρήση του όρου δημοκρατία για να κατοχυρωθεί η «δημοκρατικότητα» των δικών τους ενεργειών και να στιγματιστούν οι αντίπαλοι του συστήματος ως θιασώτες αυταρχικών ή και ολοκληρωτικών λύσεων, ο κάθε εχέφρων πολίτης μπορεί να θέσει υπό δοκιμασία στην βάση αδιαμφισβήτητων εμπειρικών δεδομένων τις πιο πάνω θεωρητικές μας διατυπώσεις. Η εγχώρια ελίτ η οποία βρίσκει την πολιτική της έκφραση υπό τη μορφή της κομματοκρατίας βρέθηκε σε αδυναμία να αναπαραχθεί ως κυρίαρχη, εντός του πλαισίου της υφιστάμενης δομής του έθνους-κράτους. Καθώς η χρηματοπιστωτική στρόφιγγα, εξαιτίας και της διεθνούς κρίσης των αγορών, έπαψε να τροφοδοτεί τον ελληνικό Λεβιάθαν, η χρηματοπιστωτική πενία δημιούργησε τεράστια προβλήματα νομιμοποίησης, της ντόπιας άρχουσας τάξης προς την ελληνική κοινωνία, η οποία δεν ήταν πλέον εφικτό να εξαγοραστεί. Άλλωστε η εξαγορά αυτή και η ενσωμάτωση των Ελλήνων πολιτών στο σύστημα της φαυλοκρατίας, τις περισσότερες φορές ετίθετο στο επίπεδο ενός στυγνού εκβιασμού, που στόχευε στην ίδια τη βιολογική επιβίωση ή την κοινωνική αναπαραγωγή, των εκάστοτε ατομικών ή συλλογικών υποκειμένων. Σε ένα κρατικό μόρφωμα που εκλείπει κάθε είδους κρατική φροντίδα, θεσμική κάλυψη και υπηρεσία με κοινωνική αναφορά, είναι λογικά συνεπές, να αναμένουμε την ανάπτυξη προσωπικών ή συλλογικών «τεχνικών επιβίωσης», που προτάσσουν την ιδιοτέλεια του μέρους, εις βάρος του συνόλου.

Κάτω από αυτές τις συγκυρίες η ελληνική άρχουσα τάξη έπρεπε να απαντήσει στο δίλλημα της ένδοξης πτώσης της ή της υπό περιορισμούς αναπαραγωγής της. Προκρίθηκε όπως έδειξαν τα πράγματα η δεύτερη λύση. Άρχισε λοιπόν ένα είδος διαπραγμάτευσης( η έννοια της διαπραγμάτευσης ακριβώς στο σημείο αυτό βρίσκει το ακριβές της νόημα, και όχι βέβαια στις ανταλλαγές τεχνοκρατικών εκδοχών, ήδη αποφασισμένων πολιτικών και στη επικοινωνιακή τους προώθηση, με φορείς δευτεροκλασάτα και τριτοκλασάτα στελέχη των διαπραγματευόμενων πλευρών) με τις διεθνείς ολιγαρχικές δυνάμεις και την εγχώρια ελίτ για τη δομή και το περιεχόμενο της συνεργασίας. Στο «παιχνίδι» της διαπραγμάτευσης και των αμοιβαίων εκβιασμών, μεταξύ των δύο συμβαλλόμενων πλευρών, χρησιμοποιήθηκε ακόμη και το επικοινωνιακό τέχνασμα του δημοψηφίσματος (βλ Γιώργο Α. Παπανδρέου). Η συμφωνία τελικώς «έκλεισε» αναγνωρίζοντας τις παρακάτω αρχές οργάνωσης της νέας τάξης πραγμάτων. Πρώτον την κατοχύρωση της ηγεμονίας της άρχουσας ελληνικής τάξης έναντι των υπολοίπων, δια μέσου της «προστατευόμενης» εξωγενούς δανειοδότησης του κρατικού προϋπολογισμού και τον, κατά προτεραιότητα, προσανατολισμό των χρημάτων αυτών, στην εξυπηρέτηση των διεθνών δανειστών του ελληνικού δημοσίου, δεύτερον την αναγνώριση της συμμετοχής και μάλιστα με όρους ιδιαίτερης βαρύτητας, της διεθνούς ολιγαρχίας στον καθορισμό της εσωτερικής πολιτικής και άρα τον περιορισμό της εγχώριας ελίτ στο πολιτικό πεδίο και τρίτον την αποδοχή μιας καθολικού τύπου και βίαιης αναδιανομής του εισοδήματος εις βάρος των πολλών, με ανάλογη στήριξη νεοφιλελευθέρων πολιτικών εκμετάλλευσης των αποτελεσμάτων αυτής της αναδιανομής. Σε όλη αυτή τη διαδικασία τη σκιά τους έριξαν κάθε είδους ιδεολογήματα και αυτοπροβαλλόμενοι σωτήρες, οι οποίοι προσπαθούσαν είτε να ενισχύσουν τη θέση τους στο υφιστάμενο σύστημα κυριαρχίας, είτε να εισέλθουν σε αυτό με όρους δύναμης. Στην πρώτη περίπτωση θα μπορούσαμε να εντάξουμε τις κλασσικά αντιπολιτευόμενες κομματικές συσπειρώσεις, ενώ στη δεύτερη νεόκοπα πολιτικά σχήματα, κινήματα και πρόσωπα ή εκπαραθυρωμένους από το σύστημα και κάθε είδους μεγαλομανείς και καιροσκόπους. Στόχος τους βέβαια δεν είναι η ανατροπή του συστήματος, αλλά η ευνοϊκότερη δυνατή ενσωμάτωση. Με πρόσχημα το πατριωτικό αίσθημα, τη δημοκρατία, την ηθική του εκσυγχρονιστικού φιλελευθερισμού, του μετριοπαθούς καπιταλισμού και τέλος της αταξικής κοινωνίας, στήνονται οργανώσεις, κάθε τύπου, με κοινή όμως αναφορά την ολιγαρχική εσωτερική λειτουργία και τις καθεστωτικές πολιτικές επιδιώξεις.

Η αποτελεσματική αντίδραση στον μεθοδευμένο κατακλυσμό που περιγράψαμε δεν μπορεί να ταυτίζεται με την υποκριτική και ανόητη συνταγή της ενσωμάτωσης στο σύστημα και με την εκ των έσω αποδυνάμωσή του. Η ενσωμάτωση στο σύστημα, επιβάλλει πως οι θέσεις και οι ρόλοι που θα κληθούν τα υποκείμενα να αναλάβουν, είναι εκ των προτέρων καθορισμένα, ώστε να εξασφαλίζεται η ακαριαία υποταγή του νεοεισερχόμενου και η ασκούμενη, εκ του συστήματός, επιρροή να είναι αντιστρόφως ανάλογη από αυτή που θα μπορούσε το άτομο να ασκήσει. Πρόκειται δηλαδή για μια σχέση άνισης ανταλλαγής, κατά την οποία το σύστημα παρέχει στο άτομο μια κάποια θέση, με τίμημα την ίδια του την ελευθερία.  

Η δημοκρατική απάντηση

Όπως έχουμε ήδη διαπιστώσει, η ορθολογικότητα δομεί μια ιεραρχικά διατεταγμένη εξουσία των ολίγων επί των πολλών. Το πρότυπο αυτής της δομής συνιστά το εκκοσμικευμένο ανάλογο της θρησκευτικής εξουσίας. Μέσα από ορθολογικές διαδικασίες που θεμελιώνονται στο κενό και λογικά σοφίσματα, αποκρυσταλλώνεται ένα ιεραρχικό σύστημα, το οποίο κατορθώνει σε γενικές γραμμές να πείσει για την ανικανότητα των πολλών να έχουν ουσιαστικό λόγο στην εξέλιξη της συλλογικής τους ζωής και την ικανότητα των λίγων να μονοπωλούν την ορθότητα των επιλογών τους, καθώς έχουν κατοχυρώσει με συνέπεια την πρόσβασή τους στην «απόλυτη αλήθεια». Το κεντρικό πρόβλημα της κοινωνικής οργάνωσης αφορά στην ανισότητα, δηλαδή στη θεσμικά καθορισμένη άνιση (ή μη) πρόσβαση, ανεξάρτητα από τις ατομικές επιδόσεις και τα κοινωνιολογικά χαρακτηριστικά, στις πηγές και την άσκηση της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας. Το πρόβλημα αυτό έχει δυο όψεις, οι οποίες δίνουν στο επίπεδο της κοινωνικής μορφολογίας τον χαρακτήρα της αρένας, εντός της οποίας εκφράζεται, με έναν δίχως όρια επιθετικό ανταγωνισμό, η ανάγκη για κυριαρχία έναντι όλων. Η πρώτη αφορά τις συγκρούσεις μεταξύ των ομάδων που ασκούν εξουσία και η δεύτερη με το σύνολο της εκπορευόμενης δύναμης των εξουσιαστικών ελίτ, εις βάρος αυτών που δεν μετέχουν στο παιχνίδι της εξουσίας ενεργητικά, παρά υπό την μορφή μιας παθητικής εξάρτησης και πολιτικού αδιεξόδου και που κινητοποιούνται ετερόνομα και μαζικά, από ένα σύνολο ιδεολογικών αρχών που επικαλούνται οι εξουσιαστικές ελίτ, ώστε να επιτύχουν τους στόχους τους. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι η στρεβλωτική ανάγνωση του κοινωνικού, όχι στη βάση της εξουσιαστικής διάκρισης κυβερνόντων και κυβερνωμένων, αλλά στον αλλοτριωτικό κατακερματισμό της κοινωνίας σε επιμέρους ομάδες συμφερόντων που αξιώνουν, η κάθε μια για τον εαυτό της, την κάλυψη της συλλογικής της επιθυμίας, στο τάδε ή στο δείνα επιμέρους προκατασκευασμένο ή ήσσονος σημασίας ζήτημα. Σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα, πέραν της ατομικής και κοινωνικής ταυτότητας, κρίνονται ως μικρής βαρύτητας οι επιμέρους συλλογικές ταυτότητες. Η ύπαρξη των κοινωνικών ταυτοτήτων αποκτά πολιτική αξία από την στιγμή που διαμορφώνεται μια δομή λίγο-πολύ σταθερών αντιμαχόμενων συμφερόντων και άρα αναδύεται το εξουσιαστικό φαινόμενο υπό τους όρους της δύναμης και όχι της ισότητας. Σχετικά με αυτή την τάξη πραγμάτων, τα άτομα που συνειδητοποιούν ένα ελάχιστο κοινών συμφερόντων εντάσσονται σε μια ευρύτερη σφαίρα που συνιστά κάποιου είδους συλλογικότητα και στον βαθμό που η συλλογικότητα δεν αμφισβητεί το αυταρχικό μοντέλο εξουσίας, είτε μετέχουν στην διαδικασία κατάληψης της εξουσίας, είτε στην διατήρησή τους σε αυτήν. Τα οφέλη βέβαια και οι ζημίες αποδίδονται ανισομερώς. Αντίθετα η έκλειψη του ανισοβαρούς χαρακτήρα της εξουσίας υποβιβάζει την αξία των επιμέρους συλλογικών ταυτοτήτων (χωρίς να τις εξαφανίζει) διότι το ατομικό μετέχει άμεσα στον καθορισμό του κοινωνικού και άρα μπορεί να εκλάβει το ιδιωτικό του συμφέρον ως μια διάσταση του ευρύτερου κοινωνικού. Αυτό φυσικά σε καμιά περίπτωση δεν παραπέμπει στην ανάδυση και κυριαρχία της αρχής της ομοιομορφίας. Τουναντίον, η άμεση μετοχή στην βάση της ισότητας στη διαδικασία της κοινωνικής θέσμισης, επικυρώνει τη δυνατότητα έκφρασης της διαφορετικής γνώμης, όχι στην προοπτική διαρκών συλλογικών ανταγωνιστικών συμφερόντων, αλλά σε αυτήν της συγκυριακής διαφωνίας.

Στο σημείο αυτό θα θέλαμε σχηματικά να διευκρινίσουμε για την αποφυγή παρερμηνείας, ότι η δημοκρατική αρχή δεν είναι ασύμβατη με την αξιοκρατία και με μια ειδική μορφή ηγεσίας και εκτελεστικών οργάνων, αρκεί τα τελευταία να λογίζονται ως μορφές ειδικής έκφρασης ικανοτήτων, που υπόκεινται σε διαρκή κοινωνικό έλεγχο.

 Η δημοκρατική ατραπός φαντάζει ως η μόνη διέξοδος με προοπτική. Η δημοκρατία ως γενικευμένη θεσμική άρθρωση ενεργού συμμετοχής των πολιτών στο πεδίο της απόφασης για την κοινωνία(διακρινόμενη ρητά από το εκλογικό δικαίωμα), συνιστά αποκλειστικώς την αναγκαία και ικανή συνθήκη αποδυνάμωσης της άρχουσας τάξης από τα θεμέλια της ισχύος της, από την ικανότητα διατήρησης της θέσης της και της εκμετάλλευσης που ασκεί, βάση της διάρθρωσης του πολιτικού και οικονομικού χώρου, και προϋποθέτει ως αναγκαία συνθήκη την συγκρότηση συλλογικού κινήματος. Το κίνημα αυτό δεν θα επιδιώκει τη δημοκρατία στη βάση κάποιων θολών και γενικών ιδεολογικών αρχών, οι οποίες πρόκειται να εφαρμοστούν στο μακρινό μέλλον, αλλά θα την πραγματώνει με την αδιάλειπτη λειτουργία των εσωτερικών οργάνων διοίκησης.

Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2012

Δημοσκοπικός Δήμος: μια εκπληκτική ιδέα!!

Τόσο όμορφες ιδέες! Τόσες όμορφες ιδέες! Μα γιατί να μη μας επιτρέπεται να δοκιμάσουμε τις ζωές μας με χίλιους διαφορετικούς τρόπους; Είναι σημαντικό που, άνθρωποι τόσο μορφωμένοι, καταλήγουν σε συμπεράσματα συγγενή, με τις δικές μου πρωτογενείς προσεγγίσεις. Παραθέτω αυτό το τελευταίο σχόλιο, σε καμία περίπτωση προκειμένου να ευλογήσω τα γένια μου, παρά με την αφελή χαρά ενός ερασιτέχνη, που διαπιστώνει - επιτέλους - τη λειτουργική επάρκεια μιας στοιχειώδους λογικής, μέσα στον εγκέφαλό του. Τελικά, τη δυνατότητα που κρύβεται στη διανόηση του καθενός, αν ποτέ αποφασίσει να αναγνωρίσει στο σκέπτεσθαι ένα γόνιμο στίβο και όχι ένα πάρεργο, απέναντι στο αντίπαλο δέος μιας αβίαστης, ενστικτώδους ενόρμησης. Απολαύστε μια εξαιρετική συζήτηση, από εκείνες που για κάποιο λόγο δε θα ήθελες να τελειώσουν.


Κυριακή, 20 Μαΐου 2012

Μικρό σημείωμα στον ελληνικό Αναρχισμό [Νο1]

Στις 9 Φεβρουαρίου του 2012, η τότε κατάληψη της Νομικής μοίρασε (άμα τη καταλήψει) μια ανακοίνωση, η οποία μεταξύ άλλων όμορφων, προβλέψιμων και τετριμμένων έλεγε και τα εξής (τετριμμένα και αυτά):

"Εμείς διαλέγουμε συνειδητά στρατόπεδο θεωρώντας πως κάθε παρουσία εθνικού συμβόλου και σημαίας ανήκουν στο πεδίο του εχθρού και είμαστε διατεθειμένοι να το πολεμήσουμε με κάθε μέσο".

και

"Μόνη λύση η κοινωνική επανάσταση. Σε όλα αυτά έχουμε να αντιπροτείνουμε την κοινωνική επανάσταση την οποία θεωρούμε ως μόνη λύση για να έχουμε ζωή και όχι επιβίωση. Αυτό σημαίνει να εξεγερθούμε απέναντι σε κάθε οικονομικό και πολιτικό θεσμό. Απαιτεί, μέσα στην πορεία της εξέγερσης, να λάβουμε μέτρα όπως κατάργηση του κράτους, της ιδιοκτησίας και κάθε είδους μετρησιμότητας, της οικογένειας, του έθνους, της ανταλλαγής και τους κοινωνικού φύλλου. Ώστε να επεκτείνουμε τη χαριστικότητα και την ελευθερία σε κάθε σημείο του κοινωνικού βίου".

(Ολόκληρη η ανακοίνωση, εδώ.)

Προσωπικά, δε διαφωνώ και σε πολλά ως προς το περιεχόμενο, τόσο της ανακοίνωσης, όσο και του αναρχισμού γενικότερα κι ίσως, μάλιστα, κάποτε βρω το καθαρό μυαλό να ξετυλίξω συνολικά τις σκέψεις μου περί του θέματος. Ωστόσο, εδώ θα με απασχολήσουν κυρίως δύο ερωτήματα: (α) σε ποιο κοινό απευθύνεται η συγκεκριμένη ανακοίνωση και (β) αν τα παραπάνω αποσπάσματα λειτουργούν θετικά, δηλαδή ως πρόσκληση, ή αρνητικά, δηλαδή ως μια γραφική, αναρχική αμπελοφιλοσοφία.

(α)

Επειδή ολόκληρο το περιεχόμενο της ανακοίνωσης λέει πράγματα τα οποία - υποθέτω - θα πρέπει να είναι χιλιο-ειπωμένα στους κύκλους των αναρχικών, φαντάζομαι πως δε γράφτηκε για εσωτερική κατανάλωση, αλλά αντίθετα σαν ένα άνοιγμα στο ευρύτερο κοινό. Στο κάτω-κάτω, θα ήταν παράδοξο μια οποιαδήποτε συνέλευση να βγάζει ανακοινώσεις, με στόχο να τις μοιράσει σε όσους τις συνέταξαν!

Θα μου πείτε, φυσικά, όλα αυτά τα φυλλάδια και οι ρητορικές εξάψεις, θα μπορούσαν να έχουν ως στόχο την ενημέρωση και το συντονισμό των ομοδόξων. Θεωρώ από τις ελάχιστες γνώσεις μου, ότι οι αναρχικές ομάδες - ως επί το πλείστον - δεν πάσχουν από κοινωνικό αυτισμό, αλλά αντιθέτως, αναζητούν με κάθε ευκαιρία τρόπους "ανοίγματος" και συμπαράστασης προς την υπόλοιπη κοινωνία. Με αυτό κατά νου, δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς ότι παραλήπτης της ανακοίνωσης δεν είναι καμιά αναρχο-μυστικιστική σέχτα, αλλά εγώ κι εσύ που διαβάζεις τώρα (αν υπάρξει ποτέ κανείς τέτοιος). Από την αλλη, τώρα, πολύ φοβάμαι ότι - όμοια με το ΚΚΕ - οι σημερινή αναρχική σκέψη (μπούρδα είναι αυτό, αφού δεν υπάρχει μία μόνο αναρχική σκέψη, αλλά χάριν του επιχειρήματος, που λέμε) διακατέχεται από μιας μορφής φιλοσοφικό αυτισμό και είναι αυτό που, σε γενικές γραμμές, θα θίξω παρακάτω. Κάτω από αυτή την οπτική, θα προχωρήσω λοιπόν στην κριτική των προαναφερθέντων αποσπασμάτων.

(β)

Καταρχήν, αδυνατώ να κατανοήσω πώς είναι δυνατόν, άνθρωποι που αντιπαλεύουν σαν τα σκυλιά τις φασιστικές, ακροδεξιές οργανώσεις, κατηγορώντας τες για μιλιταρισμό και άπλετη χρήση βίας, να καταφέρνουν μέσα σε δύο μόλις σειρές γραπτού λόγου να εξαντλήσουν το μιλιταριστικό λεξιλόγιο: "στρατόπεδο", "εχθρού", "πολεμήσουμε". Άλλα μου λεν τα μάτια σου και άλλα η καρδιά σου, ένα πράγμα. Αλλά θεωρώ - όχι αβάσιμα υποθέτω - ότι η ποιότητα του λόγου μεταφέρει κι ένα μέρος απ' την ποιότητα του περιεχομένου του. Με αυτό κατά νου, αναρωτιέμαι αν ο εμπνευστής του παραπάνω κειμένου ξέρει τι να περιμένει από τον αναγνώστη του. Γιατί, προσωπικά, φοβάμαι ότι ο αδαής - και έστω άδολος - αναγνώστης, δε θα κοινωνήσει ούτε ίχνος απ' την ποιότητα του αληθινού αναρχικού ζητούμενου, μέσα από τέτοιες "στρατιωτικοποιημένες" εκφράσεις. Δεν θα αναλωθώ άλλο στο συγκεκριμένο ζήτημα, αλλά προκαλώ κάθε αναρχικό συγγραφέα ανακοινώσεων να αναρωτηθεί τόσο ως προς την ποιότητα που πιστεύει ότι εκπροσωπεί, όσο και ως προς εκείνη που πιστεύει ότι μεταλαμπαδεύει. Γιατί "αγώνας" δε σημαίνει "πόλεμος", "αντίπαλος" δε σημαίνει "εχθρός" και "παίρνω θέση" δε σημαίνει "επιλέγω στρατόπεδο".

Ως προς το θέμα της σημαίας τώρα. Μα καλά, οι σημερινοί αναρχικοί σε ποια χώρα μεγάλωσαν; σε ποιον πλανήτη; Τι κι αν εγώ εκστασιάζομαι, κάθε φορά που ακούω το συγχωρεμένο το Διαμαντόπουλο να τα χώνει για τη σημαία και τους συμβολισμούς της; Παρ' όλα αυτά, δε ζω μονάχος μου σ' αυτή την κοινωνία. Ή μάλλον, δεν κλείνω τα μάτια μου στον κόσμο γύρω, δεν κατεβάζω ρολά. Παρατηρώ και κρίνω. Μια σημαία είναι, φυσικά, ικανή (αυτός που την κρατά δηλαδή, όχι η ίδια) να καλύψει ό,τι βρωμιά μπορεί κανείς να φανταστεί - ειδικά αν πιάσουμε τίποτε ιδεώδεις συμβολισμούς: Δημοκρατία, Ελευθερία και τα σχετικά. Αλλά μπορεί να σημαίνει, επίσης, το σπίτι μου, το χωριό μου, το καΐκι που με πέρναγε απέναντι, τον παππού Μιχάλη που πέθανε το '40, όχι από κανένα εθνικιστικό ιδεώδες, παρά διεκδικώντας την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Θα μου πείτε: αφέλειες και γενικεύσεις. Άμα ρωτήσεις κάποιον τι κρατάει στα χέρια του εκείνη τη στιγμή, το πιθανότερο είναι να μην ξέρει ούτε ο ίδιος. Αλλά; Τον ρώτησες;

Δε μπορώ, σε καμία περίπτωση, να κατανοήσω με ποιον τρόπο η παρουσία της σημαίας είναι ικανή να στιγματίσει κάποιον ως εχθρό μου (εκτός κι αν βλέπω παντού εχθρούς). Όχι, δίχως να καθίσω και να συνδιαλεχθώ μαζί του, δίχως να επιχειρήσω να κατανοήσω τους συμβολισμούς, με τους οποίους έχει φορτίσει - αυτός προσωπικά - το πανί που κρατάει ή έχει κρεμάσει στο μπαλκόνι του. Τα εθνικά σύμβολα δεν είναι απαραίτητα συνώνυμα του εθνικισμού, όσο κι αν αηδιάζουν μερικούς από εμάς ή έστω μας αφήνουν αδιάφορους. Αυτό για να το καταλάβει κανείς, πρέπει καταρχήν να συνειδητοποιήσει ότι κι αν ο ίδιος έχει αγγίξει υπερβατικά επίπεδα διαύγειας, οι υπόλοιποι θνητοί διάγουμε βίο σε διάφορα επίπεδα ωρίμανσης. Πολλοί είναι εκείνοι που αγαπάνε αυτή την αοριστία που ονομάζουμε Ελλάδα, δίχως να επιθυμούν σώνει και καλά το θάνατο όλων των άλλων. Αυτούς, λοιπόν, τους αδαείς πρέπει ο γερο-σοφός των Εξαρχείων να τους προσεγγίσει με τρόπο ανθρώπινο - όχι οικτίρωντας ή υποτιμώντας τους - και να τους εξηγήσει γιατί αυτό που έχει να τους προτείνει είναι ανώτερο, καλύτερο ή αξιότερο από αυτό που οι ίδιοι πιστεύουν. Αλλά απορρίπτοντάς τους εκ των προτέρων, ως εν δυνάμει εχθρούς, τελικά τους καθιστούμε εχθρούς από μόνοι μας.

Αλλά όσο χρέος έχει ο "Ελληναράς" να γλιτώσει απ' τη "σαπίλα" των εθνικών συμβόλων, άλλο τόσο έχει κι ο αναρχικός να γλιτώσει απ' την άλλη πλύση εγκεφάλου: εκείνη των αντεθνικών συμβόλων και μιας ξύλινης και μονοκόμματης αντίδρασης, η οποία δε διαφέρει και πολύ από το φασισμό που αντιμάχεται. Παρά ομφαλοσκοπώντας, από την υψικόρυφη κωλάρα της αναρχικής μας διανόησης, κάνουμε τις δικές μας παραδοχές και επικολλούμε τις δικές μας ετικέτες στους συνανθρώπους μας, κατά πώς μας καπνίσει και μέχρι εκεί που φτάνει ο νους μας. Αλλά θα πρέπει να καταλάβει κανείς, ότι δε μπορείς να γκρεμίσεις μια ολόκληρη κοινωνία, δίχως μια στάλα ταπεινότητας και ανοχής. Ταπεινότητα για τα λάθη που σχεδόν βέβαια θα κάνεις, ανοχή για τα λάθη που κι οι άλλοι έχουν δικαίωμα και περιθώρια να κάνουν. Δε μπορείς να οραματίζεσαι, ακόμα και τα αγνότερα οράματα, δίχως μια στάλα υπομονής για τις μεταμορφώσεις εκείνες, που συνήθως ξεπερνούν σε χρονικές απαιτήσεις τις ζωές πολλών γενεών. Δε μπορείς να καταδικάζεις τη σημαία του άλλου, αλλά εσύ απ' την πλευρά σου να εκστασιάζεσαι στη θέα και τον κυματισμό των αναρχικών λαβάρων (απ' τα οποία ουκ ολίγα υπάρχουν). Γιατί δεν είναι άλλο το ένα κι άλλο το άλλο. Όσο εθνικιστής είναι αυτός με την ελληνική σημαία, άλλο τόσο είναι κι εκείνος με την αναρχική. Μονάχα το "έθνος" του διαφέρει. Άμα δε θέλω λοιπόν να βλέπω γύρω μου σημαίες, χρέος έχω να κάψω πρώτα τη δική μου. Τελεία.

[Του Μπι Κοντίνιουδ]

Παρασκευή, 11 Μαΐου 2012

Ο Συνταγματολόγος Ηλίας Νικολόπουλος...

Μια εξαιρετικά συγκροτημένη και διαφωτιστική συζήτηση του 2011, στο διαδικτυακό κανάλι "Εδώ Σύνταγμα WEBTV", γύρω από μερικά φλέγοντα συνταγματικά ζητήματα , τη νομιμότητα των κυβερνητικών αποφάσεων, τον εκλογικό νόμο και άλλα τέτοια όμορφα. Πολύ μούρη ο Κος Νικολόπουλος. Αξίζει τον κόπο...

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2012

Αναθεωρήσεις - Επισημάνσεις.

Σε προηγούμενη υπεράσπισή μου της απλή αναλογικής απέτυχα να διακρίνω μια «λεπτομέρεια» εξαιρετικής σημασίας. Τα μάτια μου άνοιξε ένα άρθρο πάνω στο θέμα, κάποιου Πάνου Ελευθεριάδη , νομικού, γραμμένο στο περιοδικό Cogito (τεύχος 10, Ιούλιος 2010). Εκεί θίγεται το εξής ερώτημα, το οποίο ελάχιστα με είχε απασχολήσει: αν υποθέσουμε, δηλαδή, πως η απλή αναλογική είναι σύστημα δικαιότερο, τότε θα πρέπει να εξετάσουμε ως προς τι είναι δικαιότερο ∙ τι είναι με άλλα λόγια εκείνο το οποίο μοιράζεται δικαιότερα από αυτήν; Ο αρθρογράφος αναρωτιέται και υποστηρίζει ότι εκείνο που θεωρητικά θα πρέπει να μοιράζεται δικαιότερα είναι η εξουσία. Ωστόσο, στην πράξη αυτό ουδόλως συμβαίνει. Στη συνέχεια, παραθέτω εν συντομία τα βασικότερα σημεία της επιχειρηματολογίας του, στα οποία τονίζω ότι συμφωνώ και επαυξάνω (η ευθύνη της περίληψης και της απλοποίησης δική μου):

Η εξουσία, λοιπόν, δεν μοιράζεται δίκαια για τους εξής λόγους:

α. Το δεύτερο κόμμα, ακόμη και στην καλύτερη των περιπτώσεων (δηλαδή ενός οριακού 49% των εδρών) έχει δυσανάλογα μικρότερη εξουσία. Δεν παίρνει ούτ’ ένα υπουργείο, δεν επανδρώνει ούτε μία γενική γραμματεία υπουργείου, δε διαχειρίζεται κρατικές τράπεζες ή άλλους κρατικούς οργανισμούς, τέλος πάντων, αυτό που παίρνει (είναι εκείνο στο οποίο δικαίως πάει το μυαλό σας, αλλά δεν επιτρέπεται να το εκστομίσουμε γιατί είμαστε σοβαρό blog) είναι ένα τεράστιο, ολοστρόγγυλο και με μπόλικο σουσάμι μηδενικό.

β. Πολύ περισσότερο - αν οι συγκυρίες το θελήσουν έτσι - είναι πιθανό ένα κόμμα του 3%, μέσω μιας κυβέρνησης συνεργασίας, να έχει δικά του υπουργεία (η πρόσφατη εμπειρία με το ΛΑ.Ο.Σ. το απέδειξε αυτό περίτρανα), όταν το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης - με πολλαπλάσια ποσοστά εδρών - δεν απολαμβάνει κανένα μέρισμα εξουσίας.

γ. Ακόμη χειρότερα μπορούν να γίνουν τα πράγματα, αν αναλογιστούμε ότι ένα τέτοιο ήσσον κόμμα συνεργασίας έχει τη δυνατότητα να αποκτήσει μεγαλύτερη εξουσία ακόμη κι απ’ αυτή την ίδια την κυβέρνηση, κι αυτό πάντα με την απειλή ή τον εκβιασμό μιας επικείμενης αποχώρησης. Εδώ, αναφέρει χαρακτηριστικά ο αρθρογράφος το παράδειγμα των Φιλελεύθερων Δημοκρατών στη Γερμανία, οι οποίοι με τον τρόπο αυτό, λέει, κράτησαν για χρόνια το σημαντικό Υπουργείο Εξωτερικών.

Όλα τα παραπάνω – αλλά και μερικά ακόμη που αναλύονται στο εν λόγω άρθρο - με κλόνισαν γερά, καθώς δεν είχα αντιληφθεί στο παραμικρό αυτές τις προφανείς παρατηρήσεις πάνω στη νομή της εξουσίας, που έπεσαν πάνω μου σαν δυνατές καρπαζιές αποκάλυψης. Φυσικά και δε θεωρούσα την απλή αναλογική πανάκεια, αλλά όχι κι έτσι βρε αδερφέ. Ωστόσο, από την αρχή υπήρχε κάτι που μ’ ενοχλούσε έντονα στο εν λόγω άρθρο (πάνω δηλαδή στην δομή της επιχειρηματολογίας, όχι κάτι πονηρότερο), όμως εν πρώτοις θεώρησα πως δεν ήταν παρά θιγμένος εγωισμός και τίποτα περισσότερο. Τελικά, κατόπιν ωρίμου σκέψεως, νομίζω ότι τελικά συνειδητοποίησα περί τίνος πρόκειται.

Γιατί η υπόθεση πάνω στην οποία στηρίζεται, ευθύς εξαρχής, όλο το λογικό οικοδόμημα είναι άκρως αμφισβητήσιμη. Η απλή αναλογική δεν καλείται, απαραίτητα, να μοιράσει δίκαια την εξουσία, αλλά δίκαια την αντιπροσώπευση. Γιατί τα δύο αυτά, φυσικά, δεν ταυτίζονται κι αυτό αποτυγχάνεται να επισημανθεί δεόντως. Έχω την εντύπωση ότι - εδώ ίσως οι γνώσεις μου στέκονται ανεπαρκείς – ένα εκλογικό σύστημα είναι υπεύθυνο μόνο για τον τρόπο που μοιράζονται οι έδρες κι όχι για το πώς θα γίνει τελικά η κατανομή της εξουσίας (τέλος πάντων, τουλάχιστον ανάμεσα σε όσους ανοίξει τελικά η Βουλή τις πόρτες της). Για την κατανομή αυτή υπεύθυνα είναι - υποθέτω - διάφορες νομοθεσίες και οι συνταγματικές διατάξεις. Ο εκλογικός νόμος δε βλέπω με ποιον τρόπο έχει ισχύ και επιρροή πάνω στη νομή της εξουσίας, από τη στιγμή που θα μοιραστούν οι βουλευτικοί θώκοι και μετά. Γιατί μπορεί κανείς να έχει έδρα χωρίς καμία εξουσία ή πάλι να έχει εξουσία χωρίς καμία έδρα (πχ. αντιπρόσωποι που διορίζονται απ' τα κόμματα, αλλά ουδέποτε εμφανίστηκαν στα ψηφοδέλτια, βλ. Παπαδήμος - αν υποθέσουμε φυσικά ότι έχει μια κάποια εξουσία και δεν είναι απλή βιτρίνα). Να το πω και λίγο διαφορετικά: εννοείται πως η κατανομή των εδρών αποτελεί μια πρώτη κατανομή εξουσίας, ωστόσο η τελευταία δεν εξαντλείται (ή δεν θα 'πρεπε να εξαντλείται) εκεί. Έτσι η απλή αναλογική μοιράζει δικαιότερα τις έδρες, αλλά όχι και δικαιότερα την εξουσία. Δεν είναι αυτή η δουλειά της. Αυτό θα απαιτούσε νόμους δημοκρατικότερους και αντιπροσώπους ωριμότερους, τέλος πάντων, άλλα ήθη και έθιμα, άγνωστα σε τούτη τη μικρή γωνιά της Γης.

Πάντως, η δικαιότερη αντιπροσώπευση σε ένα σύστημα κοινοβουλευτικής αντιπροσώπευσης - τονίζω για άλλη μια φορά – ΕΙΝΑΙ το ζητούμενο! Πρόκειται περί μιας ηθικής επιταγής πλήρους αντικρύσματος, νοήματος και ειδικού βάρους. Η συζήτηση θα έπρεπε να ξεκινάει ΑΠΟ αυτήν και όχι πριν απ’ αυτήν. Στα υπόλοιπα σημεία, όπως προανέφερα, ο αρθρογράφος θα με βρει σύμφωνο με τα περισσότερα, ωστόσο νομίζω ότι τελικά σε ένα ακόμα ιδιαίτερα σημαντικό σημείο αδυνατεί. Αδυνατεί, δηλαδή, να δείξει με τρόπο ισχυρό γιατί η ενισχυμένη αναλογική είναι δικαιότερη. Επιχειρεί να την αναδείξει απαιτώντας, ωστόσο, προϋποθέσεις τέτοιες οι οποίες θα καθιστούσαν τελικά το όποιο δημοκρατικό εκλογικό σύστημα ουδέτερης σημασίας. Αν πληρούνταν όντως οι όροι του διαχωρισμού των εξουσιών, της διαφάνειας, των πολλαπλών ελέγχων κτλ. δηλαδή σε μια «ιδανική» κοινωνία, τότε πράγματι θα ήταν αδιάφορο αν εκλέγαμε κυβερνήσεις ενισχυμένης αναλογικής, τεχνηέντως αυτοδύναμες, ή «αδύναμες» κυβερνήσεις συνεργασίας, απλής αναλογικής.

Τέλος πάντων, όλα ετούτα είναι θεωρητικές αερολογίες και ακαδημαϊσμοί, στο βαθμό που έχω ήδη κουβεντιάσει σε προηγούμενες αναρτήσεις μου, πως η κοινοβουλευτική αντιπροσώπευση οφείλει να αποκατασταθεί μόνο ως κτίσμα διατηρητέο, το οποίο θα υποχωρήσει σταδιακά δίνοντας τη θέση του σε όλο και λιγότερη αντιπροσώπευση, όλο και περισσότερη άμεση δημοκρατία.

Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2009

Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2009

Πολιτική με Πολίτες... (Μέρος 1ο)

«(...) Έτσι κανένα κράτος, όσο δημοκρατική κι αν είναι η μορφή του, ακόμη και η πιο κόκκινη πολιτική δημοκρατία, λαϊκό μόνο με την έννοια αυτού του ψεύδους που είναι γνωστό με το όνομα της αντιπροσώπευσης του λαού, δεν είναι σε θέση να δώσει στο λαό αυτό που έχει ανάγκη, δηλαδή την ελεύθερη οργάνωση των ίδιων του των συμφερόντων, από κάτω προς τα πάνω, χωρίς καμιά ανάμιξη, προστασία ή καταναγκασμό από τα πάνω, γιατί κάθε κράτος, ακόμη και το πιο δημοκρατικό, ακόμη και ψευδολαϊκό, όπως το κράτος που φαντάζεται ο κ. Μαρξ, δεν είναι τίποτε άλλο, στην ουσία του, από την διακυβέρνηση των μαζών, από πάνω προς τα κάτω, από μια σοφή και γι’ αυτό το λόγο προνομιούχο μειοψηφία, που ισχυρίζεται ότι καταλαβαίνει καλύτερα τα πραγματικά συμφέροντα του λαού απ’ ό,τι ο ίδιος ο λαός» (Μ. Μπακούνιν, "Κρατισμός και Αναρχία")

Στα προηγούμενα, θεώρησα δεδομένο ότι έλλειψη αυτοδυναμίας και ακυβερνησία δεν είναι έννοιες ταυτόσημες ή ισοδύναμες, στο βαθμό που τα κόμματα έχουν την επιλογή της συνεργασίας ή του συνασπισμού. Όμως, όπως καλά το γνωρίζουμε, τα κόμματα συνήθως παραμένουν αδιάλλακτα και αρνούνται οποιαδήποτε συνεργασία, είτε για λόγους ιδεολογικούς (δεν είναι δίκαιο ν’ αρνηθούμε πχ. στο κομμουνιστικό κόμμα την αξιωματική του αντίθεση στα δύο «μεγάλα» κόμματα), είτε για λόγους μικροπολιτικούς και δημιουργία εντυπώσεων. Είναι έτσι λογικό να οδηγηθούμε στην παραδοχή, πως ένα σύστημα απλής αναλογικής σπάνια θα επιτύγχανε αυτοδυναμίες, συνεπώς δύσκολα θα οδηγούμασταν σε επίτευξη ουσιαστικού νομοθετικού έργου. Αυτό το τελευταίο, βέβαια, δεν είναι καθαρή συνεπαγωγή. Θέλω να πω: θα μπορούσε μια κυβέρνηση να μην είναι αυτοδύναμη – να κατέχει δηλαδή λιγότερες από 151 έδρες – κι ωστόσο σε περίπτωση που κατέθετε ένα δίκαιο και λειτουργικό νομοσχέδιο, το τελευταίο να υπερψηφιζόταν ακόμη κι από βουλευτές άλλων κομμάτων. Αυτό θα προϋπόθετε πως και οι 300 βουλευτές θα ψήφιζαν κατά... συνείδηση και όχι σαν τα πρόβατα, καθοδηγούμενοι από τον κομματικό τους ποιμένα. Μεγάλες προσδοκίες κι όνειρα θερινής νυχτός! Φτάσαμε, λοιπόν σε αδιέξοδο; Απ’ τη μία ζητάμε απλή αναλογική κι απ’ την άλλη η πραγματικότητα αδήριτη, μας αναγκάζει να παραδεχτούμε πως θα καταλήγουμε συνεχώς σε ασυμφωνίες και παρατεταμένη ακυβερνησία; Γιατί, βέβαια, στην εποχή μας φαντάζει ιδιαίτερο τολμηρό να ονειρευτεί κανείς ποσοστά άνω του 50%, δια της απλής αναλογικής.

Αλλά ακόμα κι έτσι, αν δηλαδή το 50% ήταν εφικτό, θα οδηγούμασταν ξανά στα αδιέξοδα που επιφέρει η σύγκλιση των δύο εξουσιών (νομοθετικής και εκτελεστικής) στα χέρια μίας και της αυτής κλίκας. Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι να αναζητούμε δικαιότερα εκλογικά συστήματα, τα οποία όμως θα εξακολουθούν να είναι φορείς των ίδιων προβλημάτων και αδιεξόδων. Σε πρώτη φάση, αυτό που αναζήτησα ήταν τρόπους να επαναδραστηριοποιηθεί ο πολίτης. Σε δεύτερη φάση, βαθύτερα, ακόμη και η απλή αναλογική δε λύνει μερικά από τα ενδογενή προβλήματα του πολιτεύματός μας, δηλαδή της δημοκρατικής αντιπροσώπευσης. Εδώ έρχεται το δημοψήφισμα. Μέχρις εδώ, όσα είπα, πάνω κάτω, τα είχα ξαναπεί. Να περάσω ένα βήμα μπροστά.

Ν’ αλλάξει ο Μανωλιός

Η πρόταση μου είναι ο ρόλος της Βουλής από αυστηρά νομοθετικός να γίνει χαλαρά νομοθετικός. Δηλαδή, να συνεχίσει να λειτουργεί όπως και σήμερα για ζητήματα ήσσονος σημασίας, αλλά για μείζονα θέματα να έχει ρόλο νομοσχεδιαστικό ή νομοπαρασκευαστικό. Από εκεί και πέρα, το νομοθετικό έργο θα εναποτίθεται στα χέρια του άμεσα ενδιαφερόμενου, δηλαδή του ίδιου του λαού. Η πρότασή μου αυτή προχωράει λίγο πιο τολμηρά, σε σχέση με τα δύο ή τρία δημοψηφίσματα το χρόνο, για τα οποία έγραψα σε προηγούμενη ανάρτηση. Μιλάω για σταθερό και συνεχές νομοθετικό ρόλο και έργο. Μιλάω για μόνιμα εκλογικά κέντρα, τα οποία θα λειτουργούν αδιαλείπτως καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους και κανονικότατα σαν οποιαδήποτε δημόσια υπηρεσία. Μέσα στη διάρκεια ενός μήνα, οι πολίτες θα έχουν το δικαίωμα (υποχρέωση;), να μελετήσουν τους προς ψήφιση νόμους και να εξασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα, ανά πάσα ώρα και στιγμή ευκαιρήσουν, έως και το τέλος του μήνα. Τα χρονικά περιθώρια είναι απλώς ενδεικτικά. Θα μπορούσαν να υπάρχουν περίοδοι επιτακτικές, όπου μια ψηφοφορία θα έπρεπε να ολοκληρωθεί σε λίγες ημέρες και περίοδοι νομοθετικά «νεκρές» όπου θα μπορούσαν τα περιθώρια ν’ αυξηθούν στους δυο μήνες. Την οργάνωση των εκλογικών κέντρων και το κατά πόσο θα μπορούσε η τεχνολογία να επιταχύνει τις διαδικασίες, θα το εξετάσω αργότερα.

Δεν ήξερες... δε ρώταγες;

Αλλά ανάμεσα στην πρόταση ενός νομοσχεδίου και το δημοψήφισμα, υπάρχει ένα τεράστιο χάσμα, το οποίο δημιουργείται από την άγνοια του «μέσου» πολίτη για τα διάφορα ζητήματα, φλέγονται και μη. Καίρια η σημασία και ο ρόλος της έγκυρης και σωστής ενημέρωσης. Και φυσικά, κάθε άλλο παρά συνετό θα ήταν να την αφήσουμε στα χέρια της κρατικής τηλεόρασης ή – πολύ χειρότερα – στα χέρια της ιδιωτικής ή του τύπου. Εδώ έρχεται η επόμενη πρόταση.

Για κάθε ξεχωριστό τεχνικό ζήτημα: οικονομικό, περιβαλλοντικό, εκπαιδευτικό, ασφαλιστικό, κλπ. προτείνω να υπάρχει και μια ξεχωριστή επιτροπή εμπειρογνωμόνων. Σε γενικές γραμμές – θα αναλύσω παρακάτω – ο ρόλος μια επιτροπής θα είναι να μελετά το προτεινόμενο νομοσχέδιο, να το ερμηνεύει και ουσιαστικά να εκλαϊκεύει την ερμηνεία του αυτή. Να το καθιστά κατανοητό και προφανές, αν είναι δυνατόν και σ’ ένα παιδί. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να παρουσιάζεται με τη μορφή σύντομων ερωτήσεων–απαντήσεων, όπως συχνά συμβαίνει να διαβάζουμε σε εφημερίδες για πολλά σημαντικά ζητήματα, που φαντάζουν εν πρώτοις πολύπλοκα και μπερδεμένα. Θα μπορούσαν να συνοδεύονται από φωτογραφίες, χάρτες, διαγράμματα, ώστε να καθίστανται ακόμα πιο άμεσα αντιληπτά. Κατόπιν το νομοσχέδιο, εκλαϊκευμένο πια, θα τυπώνεται απ’ το τυπογραφείο του κράτους και θα μοιράζεται μέχρι και το τελευταίο χωριό, όπως ακριβώς και τα ψηφοδέλτια (θα μπορούσαμε ακόμη και να υποχρεώσουμε τις ιδιωτικές εφημερίδες να συνδράμουν στο στόχο αυτό).

Δεν έχει «αλλά»;

Εδώ τίθενται δύο σοβαρές παράμετροι: πρώτον, πώς θα γίνει οι επιτροπές αυτές να μην είναι κατευθυνόμενες και δεύτερον πώς θα γίνει οι επιτροπές αυτές να συμφωνούν σε ένα κείμενο, δηλαδή σε μια και μόνο ερμηνεία του νόμου. Ας εξετάσουμε αυτά τα δύο.

Η Ελλάδα είναι ήδη χωρισμένη σε 52 ευρύτερες διοικητικές περιφέρειες, τους γνωστούς νομούς. Προτείνω, λοιπόν, κάθε επιτροπή να αποτελείται από 52 αντιπροσώπους, έναν από κάθε νομό. Οι αντιπρόσωποι αυτοί δε θα είναι ούτε πολιτικάντηδες, ούτε τυχάρπαστοι, αλλά θα πρόκειται για ειδήμονες σε καθένα από τα ξεχωριστά τεχνικά ζητήματα, στα οποία θα αφορά ένα νομοσχέδιο και θα καλείται η αντίστοιχη επιτροπή να εκλαϊκεύσει. Αυτοί θα επιλέγονται από κάθε νομό, είτε με κλήρωση ίσως από μια λίστα με όσους έχουν δηλώσει αυτοβούλως την επιθυμία συμμετοχής τους (και πληρούν φυσικά κάποιες προδιαγραφές), είτε – σε περίπτωση έλλειψης μελών – με επίταξη αυτών, ακριβώς όπως συμβαίνει με τις εφορευτικές σήμερα. Η θητεία των επιτροπών αυτών θα μπορούσε να διαρκεί είτε ακριβώς όσο κι εκείνη της κυβέρνησης, είτε λιγότερο (πχ. ετήσια) για την αποφυγή δημιουργίας ιδιαίτερων ομάδων συμφερόντων, εντός της. Άρα μιλάμε για επιτροπές κληρωτές (όχι αιρετές) και με συγκεκριμένη θητεία.

Π.χ.

Ας υποθέσουμε λοιπόν, για παράδειγμα, πως κατατίθεται από την κυβέρνηση ένα καινούργιο νομοσχέδιο, που αφορά ας πούμε στην αναγνώριση των ιδιωτικών πανεπιστημίων. Εδώ η Βουλή θα μπορούσε να μην έχει κανέναν απολύτως λόγο! Το νομοσχέδιο θα περνάει αμέσως, στην αρμόδια επιτροπή για τα εκπαιδευτικά ζητήματα. Οι 52 κληρωτοί αντιπρόσωποι θα είναι άνθρωποι από το χώρο της παιδείας, όχι όμως με αυστηρή οριοθέτηση ειδικοτήτων: θα μπορούσε να είναι ακαδημαϊκοί, πανεπιστημιακοί, εκπαιδευτικοί οποιασδήποτε βαθμίδας, παλαιότεροι υπουργοί παιδείας, τέλος πάντων άνθρωποι που θα μπορούσαν να έχουν λόγο μεστό και αντίληψη στα εκπαιδευτικά ζητήματα. Η επιτροπή αυτή θα μελετάει το σχέδιο νόμου αλλά ο ρόλος της θα είναι καθαρά ερμηνευτικός, δηλαδή δεν θα έχει καμία απολύτως άλλη δικαιοδοσία επί του νομοσχεδίου.

Χαμένοι στη μετάφραση

Ας υποθέσουμε τώρα πως (πολύ λογικά) κατά την ερμηνεία του νόμου, εμφανίζονται διαφωνίες, παρεξηγήσεις, αντιρρήσεις και παρερμηνείες, εντός της επιτροπής. Στο συγκεκριμένο παράδειγμα, ας υποθέσουμε ότι το νομοσχέδιο δεν αντιλαμβάνεται ή αποφεύγει δεδομένες αντισυνταγματικές παραμέτρους του ζητήματος των ιδιωτικών πανεπιστημίων. Προτείνω η εκάστοτε «επικρατούσα» ερμηνεία να είναι εκείνη στην οποία συμφωνεί η σχετική πλειοψηφία της επιτροπής. Παρ' όλα αυτά, η επιτροπή θα δικαιούται σε πρώτη φάση να ζητήσει, επί μέρους, διασαφηνίσεις από το Υπουργείο Παιδείας. Αν παρ’ όλα αυτά οι διασαφηνίσεις αυτές δεν είναι επαρκείς για να επιλύσουν τις διαφωνίες τότε η επιτροπή θα περνάει, ούτως ή άλλως, στην επόμενη φάση, δηλαδή όπως προανέφερα θα συντάσσει ένα βασικό ερμηνευτικό κείμενο, αυτό στο οποίο θα συμφωνεί η σχετική πλειοψηφία των 52 ειδικών και το οποίο δε θα περιέχει όμως καμία κρίση επί του νομοσχεδίου. Θα εκλαϊκεύει απλά το πνεύμα και τις προθέσεις του.

Έτσι θα μπορεί να συμβαίνει το εξής: ενώ κάποιο μέλος της επιτροπής, σαν άτομο, θα μπορούσε να διαφωνεί αντιδιαμετρικά με τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, ωστόσο εδώ θα είναι υποχρεωμένο απλά να κατανοήσει και να εξηγήσει με απλά λόγια τη θέληση της κυβέρνησης, αυτή και μόνον αυτή. Για παράδειγμα: «Σκοπός του νομοσχεδίου για την ίδρυση των ιδιωτικών πανεπιστημίων είναι ο εναρμονισμός της ελληνικής νομοθεσίας με το αντίστοιχο Κοινοτικό πλαίσιο κι επιπλέον να συμβάλλει στον γόνιμο ανταγωνισμό και, κατά συνέπεια, στην αναβάθμιση όλων των πανεπιστημίων, ακόμη και των κρατικών. Για να το πετύχουμε αυτό και μπλα-μπλα-μπλα». Κατόπιν η εκλαϊκευμένη πλέον ερμηνεία θα παίρνει την έγκριση του Υπουργείου και θα είναι έτοιμη προς διάθεση. Κι εδώ τελειώνει η πρώτη φάση.

Γελάει καλύτερα...

Στη επόμενη φάση τώρα – κι εδώ είναι το ζουμί – θα έχουν το δικαίωμα τα μέλη της επιτροπής των ειδικών, είτε ομόφωνα, είτε οποιουδήποτε πλήθους υποομάδα τους, είτε ακόμη και ατομικά – ένα μονάχα μέλος της! – να αναρτούν μαζί με το νομοσχέδιο και με τον ίδιο εκλαϊκευμένο τρόπο, τις δικές τους πεποιθήσεις σχετικά με αυτό, θετικές, αρνητικές ή οτιδήποτε άλλο! Το σημείο αυτό είναι φυσικά και το καθοριστικό της διαδικασίας, εφόσον εξασφαλίζει στον πολίτη την πληρέστερη και αντικειμενικότερη ενημέρωσή του. Κι αυτό γιατί θα μπορεί πλέον, ακόμη και το τελευταίο μέλος της επιτροπής, να έχει λόγο διαφωνίας και, βεβαίως, δυνατότητα ανάλυσης κι επιχειρηματολογίας. Ισότιμα, ελεύθερα και γιατί όχι και ανώνυμα. Τι στα κομμάτια ειδήμονες θα ήταν, αν δεν περιμέναμε από αυτούς ετούτο το κάτι παραπάνω; Στο τέλος κι αυτής της φάσης, το πλήρες ερμηνευτικό κείμενο, μαζί με τις κρίσεις και τις επικρίσεις, θα παρέχεται πια έτοιμο προς τους ψηφοφόρους, ώστε να μπορέσουν οι τελευταίοι να σχηματίσουν τη δική τους άποψη, λαμβάνοντας υπόψιν όσο είναι δυνατόν μία πληρέστερη εικόνα.

Όταν λοιπόν ο ψηφοφόρος θα καλείται να αποφασίσει, θα έχει τις εξής επιλογές: ΝΑΙ – συμφωνώ με το νομοσχέδιο, ΟΧΙ – το απορρίπτω. Στη δεύτερη περίπτωση θα μπορούσε προαιρετικά (ή υποχρεωτικά) να του παρέχεται η δυνατότητα να επιλέξει και την αντίστοιχη αντίρρηση της επιτροπής, η οποία τον έκανε να απορρίψει το νομοσχέδιο. Για παράδειγμα, το ψηφοδέλτιο θα μπορούσε να έχει ως εξής:

--- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- ---

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΔΡΥΣΗ
ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

[ ] ΝΑΙ – Συμφωνώ
[ ] ΟΧΙ – Διαφωνώ

ΛΟΓΟΙ ΔΙΑΦΩΝΙΑΣ

[ ] Είναι αντισυνταγματικό.
[ ] Θα οδηγήσει στην υποβάθμιση των κρατικών πανεπιστημίων.
[ ] Ποσοστό του ελληνικού χρήματος θα διαρρέει προς το εξωτερικό.
[ ] Άλλοι λόγοι, κλπ.

--- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- ---

Φυσικά, σε περίπτωση διαφωνίας θα μπορούσε κανείς να συμπληρώσει περισσότερες της μίας επιλογές. Στη συνέχεια κι εφόσον το νομοσχέδιο δε θα έχει χαρεί τελικά την αποδοχή του 50% τουλάχιστον των ψηφοφόρων, η κυβέρνηση θα υποτάσσεται στην οριστική πια λαϊκή απόφαση (δηλαδή, οι αντιπρόσωποι στους εντολοδόχους τους, όπως και η λογική επιτάσσει). Ο νόμος θα αποσύρεται ή θα επαναπροσδιορίζεται. Σε αυτό το τελευταίο, θα βοηθούσε αν οι πολίτες προσδιόριζαν όντως στο ψηφοδέλτιο και τους λόγους της διαφωνίας τους. Θα μπορούσαν οι πολίτες, έμμεσα, να υποχρεωθούν σε αυτό, καθιστώντας έγκυρες από τις αρνητικές ψήφους μόνον όσες έφεραν συμπληρωμένο και έναν τουλάχιστον λόγο άρνησης. Τότε, θα μπορούσαν να καταμετρούνται ξεχωριστά οι διάφοροι λόγοι διαφωνίας κι από αυτούς να λαμβάνονται υπόψιν, εκείνοι που καλύπτουν τουλάχιστον ένα ποσοστό των ψήφων των διαφωνούντων (πχ. το 50%).

Αν, δηλαδή, από όσους απάντησαν «όχι» στο ψηφοδέλτιο, το 50% θεωρεί πως αρνήθηκαν το νομοσχέδιο γιατί είναι πχ. αντισυνταγματικό τότε η «αντισυνταγματικότητα» θα θεωρείται επίμαχο «κατά μείζονα λόγο» σημείο. Στην περίπτωση αυτή αν η κυβέρνηση δεν καταφέρει να εναρμονίσει το νομοσχέδιο με το Σύνταγμα (και όχι το αντίθετο! :–) το νομοσχέδιο θα αποσύρεται, διαφορετικά θα διορθώνεται με γνώμονα τη λαϊκή βούληση και θα επανα-προτείνεται προς δημοψήφισμα. Στο σημείο αυτό και προκειμένου να αποφύγουμε επανειλημμένα, χρονοβόρα κι επιζήμια δημοψηφίσματα, θα μπορούσαμε ίσως να δώσουμε στις ερμηνευτικές επιτροπές τη δικαιοδοσία να απορρίπτουν ένα επανα-προτεινόμενο, «διορθωμένο» νομοσχέδιο, αν η απόλυτη πλειοψηφία της θεωρεί πως η «διόρθωση» δεν αφορά στο πνεύμα του νόμου, αλλά στο γράμμα (πχ. το υπουργείο απλά επαναδιατύπωσε δυο–τρεις φράσεις με άλλα λόγια, μα το νόημα παραμένει το ίδιο).

[Συνέχεια...]