Δευτέρα, 19 Φεβρουαρίου 2018

Χειμώνας βαρύς [#01]

Κοντεύουν εφτά γεμάτα χρόνια, από τις μέρες εκείνες, τότε που έμοιαζαν τα πάντα πιθανά. Τι κι αν η δήλωση αυτή φαντάζει, εν πρώτοις, αφελής και ρομαντική. Στάσου μια στάλλα και κράτει τον οίκτο σου αναγνώστη, δε θα 'πρεπε έτσι αβίαστα να κρίνεις. Γιατί ποιος θα τολμούσε, σαν άλλη Κασσάνδρα, να θεωρήσει  εαυτόν ικανό σε τέτοια προδικάσματα και προφητείες; Για τη χαοτική εκείνη ανθρώπινη δυναμική, πήξαμε στις εκ των υστέρων προφητείες. Κι όμως τότε, τα πάντα μύριζαν υπόσχεση. Εξ' ού και τόσες ύαινες μαζωμένες, για όποιον είχε φυσικά μάτια να τις δει. Εγώ, να πούμε την αλήθεια, δεν είχα.

Έκτοτε, λοιπόν, συνέβησαν τα μύρια όσα σοβαρά κι ισάριθμα τόσα ευτράπελα, τα οποία άπαντες φυσικά γνωρίζουμε από το πρώτο χέρι, το βαρύ. Διότι συνέβησαν επάνω στο πετσί μας και σε πολλούς κι απ' το πετσί βαθύτερα. Πακέτο πάνε αυτά, βεβαίως, και με τις προσωπικές ερμηνείες καθενός, επί των γεγονότων. Την κόψη όμως την κοινωνήσαμε άπαντες, ως γεγονός κοινό και κοινή αλήθεια. Τώρα, αν οι μισοί βλέπανε χειρουργικά νυστέρια κι οι άλλοι μισοί τσεκούρια, ο καθείς και το μάτι του. Αν ήταν να υπάρχει και τρίτο μισό, δε θα 'ταν παρά όλοι αυτοί οι αφανείς νεκροί που, σε κάθε εποχή και τόπο, συγκολλούν με το θάνατό τους τα νοήματα, ώστε από την πολλή την αποδόμηση να μην ξεχάσουμε κι αυτά που ξέραμε. Πίσω στη ροή του λόγου, λοιπόν, και στις μεθόδους τετριμμένες ή μη - αναλόγως του αναλυτή - με τις οποίες κάθε όραμα και κάθε ανάθεση ξεπουλήθηκε δια του πλέον ξεδιάντροπου τρόπου. Με άλλα λόγια, αχαλίνωτα, ακαλαίσθητα και επανειλημμένα. Κι η κοινωνία - όποια πτυχή της θε και να πιάσεις  - απέμεινε ξάφνου κοκκαλωμένη κι αμήχανη, ακόμα και για τους ενορατικούς. Ληθαργική κατάσταση στην οποία παραμένει, σε γενικές γραμμές, ως και τα σήμερα.

Θα μεταβώ, τώρα, στην προσωπική σφαίρα, η οποία ούτως ή άλλως αποτελεί και την απόληξη κάθε τίμιας σκέψης - όσων δηλαδή παλεύουν να σηκώσουν την ευθύνη που τους αναλογεί, συνειδητά κι ελεύθερα κι όχι ως βόδια στον αραμπά ζεμένα. Η ανάλυση, όταν είναι τίμια, δηλαδή ειλικρινής μέσα στην μερική της θέαση, οδηγεί όμοια και σε τίμια θέση: είτε στην ορθή δράση, που σημαίνει δηλαδή τη συνεπή με την αντίληψη, είτε στην παραδοχή μιας θαρρετής δειλίας, μ' άλλα λόγια, τέτοιας που να μην αλλοιώνει τα συμπεράσματα, έρμαιο της ντροπής. Δυστυχώς, τα πράγματα δεν είναι τόσο ξεκάθαρα στην πράξη, καθότι συχνά δυσδιάκριτα στέκουν τα αίτια της αδράνειας: πρόκειται όντως περί δειλίας (βάλε αν το θες βολέματος) ή μήπως το βάρος μιας δεδομένης αμηχανίας - για την οποία θα συζητήσω εδώ - είναι επιπόλαια υποτιμημένο;

Ετούτη η προσωπική κατάθεση, η οποία συνιστά συνάμα και λόγο πολιτικό, ας διαβαστεί με μια απαραίτητη συνθήκη ή αλλιώς μέσα στο εξής πλαίσιο: τους ανθρώπους, που αγωνίζονται για κάτι, τους σέβομαι και τους θαυμάζω μέχρι στα πέρατα της λέξης, πρωτίστως γι' αυτή τους την αρετή. Δε χρειάζεται να ξέρω τίποτε περισσότερο γι' αυτούς, αν να πούμε οι αρετές τους πλεονάζουν ή εξαντλούνται εκεί. Απλά ότι υπάρχουν κι ότι γίνεται. Επαναδιατυπώνω: τους ανθρώπους, που αγωνίζονται φυσικά για κάτι, έξω από το προσωπικό τους το συμφέρον. Ακόμα κι αν δε συμφωνώ μαζί τους, ακόμα κι αν διαφωνώ κάθετα, ακόμα-ακόμα κι αν θα μπορούσα να τους ονομάσω εχθρούς. Ακόμα κι έτσι, πάντα θα υπάρχει εκείνο το βαθύ πείσμα κι ένας αυθορμητισμός, στα οποία υποκλίνομαι. Οι άνθρωποι ετούτοι δε συμβολίζουν απλά κάτι αφηρημένο, παρά είναι η διαυγής ενσάρκωση ενός βήματος στον κόσμο τον πραγματικό. Ενός βήματος είτε προηγούμενου, είτε επόμενου, εκατέρωθεν της πολλής  περίσκεψης και της ανάλυσης, που καταντούν προσβλητική φλυαρία. Το προηγούμενο, ως αστόχαστη νεανική εξέγερση, γεμάτη δίκια και ορμόνες, το επόμενο ως ώριμη κατάκτηση εκείνης της αλήθειας που αδυνατούν να σου πούνε άλλο οι λέξεις και τα σοφίσματα. Πως δηλαδή ο τελικός λόγος σ' αυτή την έλικα είναι ο ίδιος με τον αρχικό: μια ελευθερία που ζητά μερτικό στην πράξη. Η σύγκρουση, το πάλεμα, σε όποια έκφανση κι αν αρμόζει στην κάθε ιδιοσυγκρασία (με τη γραφή, με τ' όπλο, με τη στήριξη, με την οργάνωση), είναι το ήθος εκείνο που βάζει σφραγίδα και καθιστά το Λόγο κοινωνό αλήθειας και όχι ξεψύχισμα ανάσας ή νου.

Μιλώ για τους ανθρώπους αυτούς που στέκονται ακόμα όρθιοι, επιμένοντας δίχως πολλές βεβαιότητες - ή ακόμα χειρότερα μολυσμένοι με πολλές αμφιβολίες - κόντρα στην απελπισία και στον ίδιο τους τον εαυτό. Ορμώμενοι σε δράσεις κι αντιδράσεις, σε προσφορές, σε οργανώσεις. Οι ψυχές ετούτες λένε: να σωθεί κι αυτός ο άνθρωπος, αυτός ο ένας, ας είναι κι ο τελευταίος, έστω. Ακόμα κι έτσι αρκεί. Αξίζει χίλιες ζωές, ετούτη η αμοιβή. Χίλιες ζωές δικές του, εννοεί βεβαίως ο αγωνιστής, κι όχι χίλιες σφάγιων σφαγές.

Αλλά μιλώ και για εκείνα τα παιδιά (και όχι μόνο), τα οποία ενάντια σε κάθε φλύαρη ένσταση και στο σώμα τους το ίδιο, χέρι με χέρι, ρίχνονται στο δρόμο και στις πλατείες, ρίχνονται στην πρώτη γραμμή και στα χημικά, καταπιάνονται με την οχύρωση ενός τόπου ή τη λευτέρωσή του, ενός τόπου υπαρκτού κι όχι φαντασιακού. Πορεύουν δηλαδή στο πεζοδρόμιο κι όχι στα περιθώρια των σελίδων, προτάσσουν στήθη κι όχι ρητορείες που μεταθέτουν την ευθύνη. Ενίοτε εκτροχιάζονται, ενίοτε αστοχούν. Και τι να λέει αυτό; τι να λέει, δηλαδή, από μόνο του; Τι να λέει σε μια κοινωνία που 'χει τη μετοχή γι' αρρώστια; Στα παιδιά αυτά οφείλουμε εκείνο το δρόμο, την πορεία ή τη γειτονιά, που καθάρισαν από το ασύδοτο φασισμό των ίσκιων. Καθάρισαν, φυσικά, όχι δια μαγείας, παρά με την ανδρεία και το στυλιάρι. Γιατί το φασιστικό μαχαίρι κόβει καλύτερα όταν κόβει μουλωχτά και δε θα το μάθεις στα πρωινάδικα, την επομένη. Τα κορμιά, όμως, βιάζονται αδιαλείπτως. Τα κορμιά των απανταχού αδύναμων, που τα 'χει καταβροχθίσει η αφάνεια, πολύ πριν τα μυριστεί ο θάνατος. Κάποτε, μια πιτσίλα αίματος στο πεζοδρόμιο σηκώνει κάποιο ντόρο. Μα θες τα στοιχεία είν' ασαφή, θες οι φωτογραφίες είναι θαμπές, θες ν' αφήσουμε τη Δικαιοσύνη να κάνει τη δουλειά της. Όμως της τελευταίας ο ήλιος είναι κυρίως νοητός και τον τραγουδούμε στις γιορτές, αντιθέτως με τον κώλο της που χάσκει απτός κι ορθάνοιχτος, και τον βατεύουμε σε βάση καθημερινή. Οι πετσοκομμένες ζωές δεν μας αρκούν, ως εκκωφαντικές αποδείξεις. Οι άσημες δολοφονίες και τα μολωπισμένα βλέμματα δεν είναι ήλιοι να καίνε, δεν είναι καν μαγκάλια, είναι πειστήριο Α κύριε πρόεδρε και κατάθεσις Β κύριε εισαγγελεύ. Ποιος είναι εκεί νομίζεις να παλέψει, σαν πέσει σύρμα, σα βγαίνει ο Χάρος παγανιά φασιστική; Ο αστυνόμος;;

Μα κι η «τρομοκρατία», η τυφλή αυτή κόρη, όταν φυσικά δεν είναι κατευθυνόμενη με καλοπληρωμένους ασφαλίτες, ακόμα κι αν είμαι παντελώς αντίθετος με την αλλοτριωμένη της δράση και τον καλυμμένο της ναρκισσισμό, ακόμα κι αυτή έχει πολλά να πει σε μας τους φρουφρούδες, με τ' αρώματα. Οι άνθρωποι αυτοί ιπποτικοί και large ή απεχθείς και κακομαθημένοι, απαιτώντας φόρο στις ζωές των άλλων, ωστόσο ισοβαρώς λογίζουν και τη δικιά τους τη ζωή, στα ίσα, δίχως να περιμένουν τόκους και μερίσματα. Ποια συναλλαγή στέκεται τιμιότερη από αυτή;

Αλλά ακόμα και μέσα στην απέχθειά του, ακόμα κι ο αμετανόητος ιδεολογικά φασίστας ή ο εθνικιστής, αυτός που δεν είναι απλό λαμόγιο και μπράβος της νύχτας, αλλά μέσα στην τύφλα του και την κρανίου τρικυμία, μέσα στο βιασμένο του ερωτισμό και τον ευνουχισμό του νου ψάχνει να υπηρετήσει κάτι πέρα απ' τον ίδιο του τον εαυτό, που θεωρεί χρέος ν' αγωνιστεί για κάτι που τον ξεπερνά, αυτή ακριβώς η ιδιότητά του μου προκαλεί το μεγαλύτερο τρόμο, μα και το δέος. Δεν μπορώ παρά ν' απεχθάνομαι το ήθος του, μα παράλληλα αναδύεται η θλίψη μιας απώλειας: δεν είναι κρίμα, ρε αδερφέ, τόσο πείσμα, τόση ψυχή, να πηγαίνουν στράφι, να εξαντλούνται στην καταστροφή και το θάνατο; Δεν είναι τόσο μα τόσο λάθος - μια εκκωφαντική, ματοβαμμένη παραφωνία - τόσοι άνθρωποι βέβαιοι και πεισμωμένοι, να μην στέκονται στο πλευρό μας, ως σύμμαχοι, ως συνδημιουργοί, ως αδέρφια;

Επειδή, λοιπόν, τα πάντα κρίνονται στο δρόμο - με την έννοια πως στο δρόμο κοινωνούμε αν κοινωνείται κάτι κι όχι πίσω απ' τις κλειδωμένες ξώπορτες - αναγνωρίζω στους ανθρώπους αυτούς μια ποιότητα αδιαπραγμάτευτη. Έτσι η κριτική που σφοδρά θ' ακολουθήσει γίνεται μάλλον από υπερβολική αγάπη ή έστω σεβασμό για ό,τι πολύτιμο σπαταλιέται - κατά τη γνώμη μου - άκαρπα, για ό,τι σπάνιο και ακριβοθώρητο εξατμίζεται σαν δροσιά στους πέντε ανέμους, αφήνοντας τις ασφάλτους και τις καρδιές των πολλών απότιστες. Να τη μπολιάσεις τη μηλιά με μηλιά, το πάλι μήλα θα σου δώσει. Κι όμως, θέλει στ' ανόμοιο να παλέψεις για μια θέση, αν θες να δεις κάτι καινούργιο. Τότε θ' ανθίσει ο κόσμος και θα γεμίσει με καρπούς. Αυτά είναι τα σωστά μπολιάσματα, τα ετερόκλητα. Γι' αυτό απεχθανόμαστε τα στεγανά, τουλάχιστον οι λεύτεροι. Μα όχι περιμένοντας τον κόσμο, πότε να πάρει απόφαση, αλλά να ξεχυθούμε εμείς μέσα στον κόσμο, γεμάτοι απ' τις σοδειές που επαγγελόμαστε. Όμως, τόσο μα τόσο εγωιστές, μέσα στα δίκια μας και στ' άδικά μας, ακόμα και τους ομοίους με φειδώ καταδεχόμαστε.

Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

Οι αγώνες των ελίτ για κυριαρχία και η επιβεβλημένη δημοκρατική απάντηση

[ Δημοσιεύτηκε στο Αντίφωνο, στις 24 Σεπτεμβρίου 2014 ]

ΣΩΤΗΡΗΣ ΑΜΑΡΑΝΤΟΣ

Το κοινωνικό και ψυχικό υπόβαθρο της αυταρχικής εξουσίας

Έστω και ως κακόγουστη φάρσα, σε καιρούς εκκοσμίκευσης, η εξουσία λαμβάνει τον ιερό της χαρακτήρα, από την ανάγκη νοηματικής στήριξης της αθεμελίωτης υπόστασης της ανθρώπινης γυμνότητας της ζωής. Η εξουσία ιερουργεί την ανθρώπινη ανάγκη για το απόλυτο. Εντελώς σχηματικά υποστηρίζουμε ότι το βασανιστικό για τον άνθρωπο βίωμα της θνητότητας, ως τελικό όριο της ύπαρξης, οδηγεί κάτω από ορισμένες πολιτισμικές και ψυχολογικές συνθήκες, στην απώθηση του θανάτου και στην αποκρυστάλλωση δυο βασικών στάσεων ζωής. Αφενός στην υβριστική υπέρβαση των ορίων της ύπαρξης, μέσα από ψευδαισθήσεις παντοδυναμίας, γεγονός που προκαλεί την ανάδυση της εξουσιαστικής προσέγγισης της ζωής και αφετέρου τον τρόμο έναντι του επερχόμενου τέλους σε κάθε όψη του βίου και αντιστοιχεί σε μια δουλική (μη πολιτική) στάση. Ο θάνατος συνεχίζει να κατευθύνει τη ζωή, από τα παρασκήνια του συλλογικού ασυνειδήτου, όπου καταδικάστηκε σε απώθηση, μορφοποιώντας και αξιοποιώντας ένα σύνολο υποκατάστατων. Η ανάγκη για περιχαράκωση της ύπαρξης σε έναν, αντικειμενικού χαρακτήρα, ορισμό της πραγματικότητας του φυσικού, κοινωνικού και ψυχικού κόσμου, βρίσκει επαρκέστατη απάντηση στην ανάπτυξη του επιστημονισμού και της εμπειρικής του εφαρμογής, στο επίπεδο της γραφειοκρατικής οργάνωσης της εξουσίας. Το ορθολογικό πρότυπο προσανατολίζει την κοινωνική εμπειρία, δια μέσου της θεμελίωσης απαράβατων κανόνων, που αποδίδονται σε υπερβατικού χαρακτήρα πηγές (ανεξέλεγκτες και αδιάγνωστες από την μέση κοινωνική εμπειρία και επιθυμία!!!), οι οποίες ταυτόχρονα ορίζουν το καλό και το κακό στην απολυτότητά τους, όπως βέβαια και την αντίστοιχη από την πλευρά των ανθρώπινων εκπροσώπων ορθή ή λανθασμένη  σχέση μαζί τους. Η ανάδυση του «ειδικού» ως εκπροσώπου του ορθολογικού απόλυτου στα ανθρωπινά πράγματα, καθίσταται αναγκαία για τη σύγχρονη κοινωνική οργάνωση. Έτσι η εξουσία μπορεί να γίνει αντικείμενο λατρείας στο πρόσωπο στυγνών εγκληματιών, ετερόφωτων προσωπικοτήτων, κυνικών ψηφοθηρών, υπό την προϋπόθεση να μπορούν οι τελευταίοι να παρουσιάσουν με τρόπο που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση, μια όψη ενσωμάτωσης του απόλυτου στην καθημερινή ζωή, ως απάντηση στην αγωνία για το πεπερασμένο της ανθρώπινης ύπαρξης. Η ιδεολογία λαμβάνει την καταστατική θέση του δόγματος και οι πολιτικοί απολαμβάνουν το προνόμιο της αποκλειστικής ερμηνείας της «ιερής γραφής» της φύσης των ανθρώπινων κοινωνιών. Ρίγος διαπερνά της μάζες των ανθρώπων, καθώς μέσα από κατανυκτικές τελετουργίες, συμβολισμούς και λάβαρα, οι «ιερείς» της εξουσίας, με τις πολυπληθείς τους κουστωδίες, κατέρχονται (ανά τετραετία περίπου) από τον υψηλό τους θρόνο, για να συναντήσουν τους βέβηλους/θνητούς τους ψηφοφόρους και να πωλήσουν τον προεκλογικό τους μεσσιανισμό. Το ζήτημα της κυριαρχίας βρίσκει έρεισμα στους θεσμούς και στον ανθρώπινο ψυχισμό και αναδεικνύει την ποιότητα των φαντασιακών επενδύσεων, μεταξύ των πόλων θνητότητας/αθανασίας, στο πυρηνικό επίπεδο της οντολογίας μιας κοινωνίας. Μπορούμε να υποθέσουμε μετά από αυτά, τη στενή συνάφεια των έσχατων ερωτημάτων και των απαντήσεων για τη ζωή και τον θάνατο, με τον τρόπο που αρθρώνεται το πολιτικό και οικονομικό θεσμικό σύστημα μιας κοινωνίας, καθώς και με τις ποικίλες διαντιδράσεις μεταξύ των κοινωνικών υποκειμένων. Συνεχίζοντας αυτή την υπόθεση θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε πως ένας άλλος τρόπος διευθέτησης των σχέσεων μας με τη ζωή και τον θάνατο, στην προκειμένη περίπτωση ως άρνηση της απώθησης του θανάτου και ως απόπειρα εγκαθίδρυσης μιας πιο διαφανούς σχέσης με αυτόν, ενδεχομένως να οδηγούσε σε μια άλλου τύπου κοινωνική οργάνωση, στην προοπτική της ελευθερίας.

Για τον φωτισμό της προοπτικής αυτής θα ανατρέξουμε σε έναν κορυφαίο Ρώσο διανοητή. Το κείμενο του Ντοστογιέφσκι «Ο Μέγας Ιεροεξεταστής», μπορεί να κατέχει περίοπτη θέση στον χώρο της θεολογική λογοτεχνίας, αλλά δεν είναι μικρότερο το βάρος του ως πολιτικής πραγματείας.  Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε, ότι η «τελική εικόνα» της ελευθερίας στο κείμενο αυτό αναδύεται ως μια ανοιχτή, στον υπαρξιακό διάλογο, πρόταση ζωής με το υπερβατικό, με τη φύση και με την κοινωνία. Η «τελική εικόνα» της ελευθερίας προσεγγίζει την πληρωματική ταυτότητα με τον εαυτό της, με τη διαλεκτική ενσωμάτωση των εξ αντιθέτου δυνάμεων αλλοίωσης και άρνησης της ελευθερίας. Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται για μια κλειστή κατάσταση διασφάλισης της ακεραιότητας της υπαρξιακής τάξης, αλλά για τη συνεχή αναμέτρηση με τις δυνάμεις του μηδενός, με τις συνθήκες διασάλευσης των όποιων παγιωμένων υπαρκτικών δεδομένων, περικλείοντας  για τον όν ακόμη και τον ενδεχόμενο του μη όντος, τόσο για το αντικείμενο, όσο και για το ίδιο το υποκείμενο. Αυτή η διαπίστωση υπερβαίνει κατά πολύ το πρόταγμα της ελευθερίας του Διαφωτισμού, και την οχύρωση στην αυθεντία της «κριτικής του λόγου». Ο  Ντοστογιέφσκι αντιμετωπίζει την ελευθερία επέκεινα μιας λογικής διεργασίας της ατομικής νόησης, έναντι των ερεθισμάτων των αισθήσεων και των ιδεολογικών της προσλήψεων, όπως επίσης και πέραν  της εργαλειακής λειτουργίας της μεταφυσικής. Η «τελική εικόνα» της ελευθερίας παραπέμπει σε ένα συνεχές διακύβευμα, δεν σκοπεύει, κατ΄αρχήν, σε οιαδήποτε μορφή  σωτηρίας και φιναλιστικής υπαρκτικής αποκατάστασης του όντος. Έτσι η ελευθερία δεν υπηρετεί την προοπτική της υλικής κάλυψης και ακόμη της ψυχικής ευτυχίας. Συμπερασματικά, δεν μπορεί να απαντήσει τελεσίδικα στην άρση του τρομερού γεγονότος του θανάτου.  Όλες αυτές οι μεταβλητές μπορεί να συνιστούν πιθανά ενδεχόμενα, αλλά όχι αναγκαίες απολήξεις της «τελικής εικόνας» της ελευθερίας. Αντίθετα τις περισσότερες φορές όντας εκπρόσωποι της απώθησης  του θανάτου, αποτελούν έναν τρόπο φανταστικής φυγής από τα δεινά του πραγματικού, ένα είδος συναισθηματικής καθήλωσης στην παιδική ανωριμότητα, εκεί που η αυτονόητη πατρωνία των «μεγάλων», παρέχει προστασία από τους κινδύνους της ύπαρξης, δηλαδή από τον κίνδυνο της «τελικής εικόνας» της ελευθερίας. Η ηδονή που προκαλεί η ασφάλεια της ανωριμότητας και η απαρέσκεια της ανάληψης της ευθύνης, επιβάλλει την αναγνώριση ενός συστήματος ηγεμονίας που παραπέμπει, αφενός  σε διαδικασίες και φορείς κηδεμονίας και αφετέρου σε ανίκανες, για την ανάληψη δράσεων και  κατ΄ουσίαν των ευθυνών, ναρκισσικές ατομικότητες. 

Η πολιτική ως εκκοσμικευμένη μορφή θρησκευτικότητας

Οι διάφοροι πολιτικοί συνασπισμοί που λειτουργούν σε καθεστώς φιλελεύθερης κοινοβουλευτικής ολιγαρχίας χρησιμοποιούν ως μέσο χειραγώγησης των πολιτών πάσης φύσεως ψευδοδιλλήματα (π.χ προοδος-συντήριση, μνημόνιο-αντιμνημόνιο), συναισθηματικές κατηγορίες και συνθήματα (πατριωτισμός-κοινωνική αλληλεγγύη), επικλήσεις της ηθικής τάξης (περί της ανάγκης ηθικής ανασυγκρότησης της ατομικότητας, από το ίδιο το άτομο ή την επιλογή ηθικών εξουσιαστών) την κυνική χρήση των οικογενειακών και φιλικών δεσμών, ως προς την εκλογική επιλογή και τη στυγνή εξαγορά της πολιτικής πελατείας με διάφορες αξιομισθίες. Σε αυτό το πλαίσιο, που η πολιτική τίθεται ως φτηνή πραμάτεια των ολιγαρχικών συμφερόντων, προκρίνεται με τη χρήση λαϊκιστικών μεθόδων, η αποδοχή του δεδομένου συστήματος κυριαρχίας, ενώ επιχειρούνται απλά ορισμένες βελτιώσεις σε επιμέρους πτυχές του. Στην ουσία μετατίθενται οι ευθύνες από το σύστημα κυριαρχίας, σε δεδομένα πρόσωπα και ομάδες που διαχειρίζονται την κυβερνητική πολιτική και όχι στους θεσμούς που τους δίνουν τη δυνατότητα να ασκούν την εξουσία τους, με τρόπο αυθαίρετο ως προς τις κοινωνικές ανάγκες. Ταυτόχρονα ως πολίτες «απολαμβάνουμε» συνταγματικά  το δικαίωμα να επενδύουμε τις προσωπικές και συλλογικές μας προοπτικές δικαίωσης, σε ανταγωνιστικούς κομματικούς συνασπισμούς, οι οποίες μετουσιώνονται την ημέρα των εκλογών σε ψήφο, δηλαδή σε μια λευκή, επί της ουσίας, εντολή, που στηρίζεται στην καθαρά μεταφυσικού χαρακτήρα ελπίδα, για την εφαρμογή της μεσσιανικής προεκλογικής υπόσχεσης, στην μετά την κατάληψη της εξουσίας ζωή! Θέτουμε με άλλα λόγια ένα ανορθολογικό μέσο στην υπηρεσία ενός ορθολογικού σκοπού. Τον ανορθολογισμό της εκλογικής διαδικασίας σε ένα ολιγαρχικό πολίτευμα όπως το σημερινό, επιτείνουν, πέρα από την έλλειψη θεσμικών δικλείδων ασφαλείας, για τον έλεγχο των πολιτικών από τους πολίτες και δυο άλλης τάξεως γεγονότα. Το πρώτο είναι ο μη αντιστρέψιμος χαρακτήρας κάποιων πολιτικών επιλογών και το δεύτερο ότι κατά τη διάρκεια μιας διακυβέρνησης, προκύπτουν πλήθος πολιτικών ζητημάτων, τα οποία δεν είχαν προβλεφθεί από κανέναν ή τουλάχιστον δεν είχαν ενταχθεί (σκοπίμως) στο προεκλογικό πρόγραμμα των υποψηφίων εξουσιαστών. Άρα οι εκλογές δεν συνιστούν σε καμία περίπτωση απόφαση διακυβέρνησης από τους πολίτες, αλλά το άλλοθι των πολιτικών ελίτ ώστε να εξουσιάζουν αυθαίρετα στο όνομα των πολιτών. Κατά συνέπεια τα επιχείρημα περί «προτέρου εντίμου βίου» και η αδυναμία να κρίνουμε  τους κομματικούς σχηματισμούς που δεν έχουν ασκήσει την εκτελεστική εξουσία,  δεν έχουν λογικό έρεισμα, διότι τοποθετούν ιδεολογικά την κοινωνία στον ρόλο του πειραματικού σωλήνα και περιθωριοποιούν τον πολίτη στη θέση του πειραματόζωου. Ο τρόπος της πολιτικής δράσης ενός κάποιου πολιτικού μορφώματος, τίθεται στο κριτικό στόχαστρο των πολιτών από την πρώτη στιγμή της ανάδυσής του στη δημόσια σφαίρα και μόνο από τον τρόπο που διευθετεί την εσωτερική λειτουργία των οργάνων του. 

Το ελληνικό πρόβλημα

Το ελληνικό κράτος είναι ο κεντρικός μηχανισμός μέσα από τον οποίο ασκούν διαχρονικά ηγεμονία, οι διάφορες εγχώριες πολιτικές και οικονομικές ελίτ. Παραδομένες σε μία άνευ λογικής εκμετάλλευση αυτής της ηγεμονίας, δεν δίστασαν να υπονομεύσουν ακόμη και τον ίδιο τον μηχανισμό από τον οποίο αντλούσαν τα προνόμιά τους, δηλαδή το κράτος, το οποίο ξεπέρασε τα συνήθη διεθνή (καπιταλιστικά και μη δημοκρατικά) «όρια» χρεοκοπίας, διαφθοράς και αναξιοκρατίας.

Η εγχώρια ελίτ συνιστά μια παρασιτική κοινωνική τάξη που ασκεί εκμετάλλευση στο σύνολο της ελληνικής κοινωνίας και οι όποιοι τριγμοί ή συγκρούσεις θα πρέπει να εκλαμβάνονται ως προσπάθειες ανακατανομής της ισχύος στο εσωτερικό της κυρίαρχης κοινωνικής τάξης, με τελικό στόχο, όχι φυσικά τη βελτίωση των πνευματικών και υλικών αγαθών της κοινωνίας, αλλά τη διαιώνιση και ενδυνάμωση της ταξικής της εξουσίας. Οι ενδοταξικές συγκρούσεις στο επίπεδο της πολιτικής εκπροσωπούνται από τις διάφορες εκδοχές των κομματικών συσπειρώσεων. Οι διάφορες αντίστοιχα ενδοταξικές συμμαχίες μεταξύ των οικονομικών και πολιτικών ομάδων εξουσίας αρθρώνονται στο πλαίσιο επιχειρούμενων διαπραγματεύσεων και συναλλαγών μεταξύ πολιτικού, οικονομικού και επικοινωνιακού κεφαλαίου. Εάν η παραπάνω υπόθεση ευσταθεί είναι δυνατόν να εξηγηθούν πρώτον γιατί οι συγκρούσεις, μεταξύ των κομματικών παρατάξεων, έχουν συγκεκριμένα όρια στην ένταση και στο είδος των ζητημάτων που θέτουν πολεμικά και δεύτερον γιατί ένας πραγματικά αντισυστημικός λόγος συσπειρώνει σχεδόν το σύνολο των κομματικών δυνάμεων εναντίον του.  Από τις βουλευτικές αποζημιώσεις και τις δικαστικές αρμοδιότητες της βουλής, έως την ιδεολογική χρήση του όρου δημοκρατία για να κατοχυρωθεί η «δημοκρατικότητα» των δικών τους ενεργειών και να στιγματιστούν οι αντίπαλοι του συστήματος ως θιασώτες αυταρχικών ή και ολοκληρωτικών λύσεων, ο κάθε εχέφρων πολίτης μπορεί να θέσει υπό δοκιμασία στην βάση αδιαμφισβήτητων εμπειρικών δεδομένων τις πιο πάνω θεωρητικές μας διατυπώσεις. Η εγχώρια ελίτ η οποία βρίσκει την πολιτική της έκφραση υπό τη μορφή της κομματοκρατίας βρέθηκε σε αδυναμία να αναπαραχθεί ως κυρίαρχη, εντός του πλαισίου της υφιστάμενης δομής του έθνους-κράτους. Καθώς η χρηματοπιστωτική στρόφιγγα, εξαιτίας και της διεθνούς κρίσης των αγορών, έπαψε να τροφοδοτεί τον ελληνικό Λεβιάθαν, η χρηματοπιστωτική πενία δημιούργησε τεράστια προβλήματα νομιμοποίησης, της ντόπιας άρχουσας τάξης προς την ελληνική κοινωνία, η οποία δεν ήταν πλέον εφικτό να εξαγοραστεί. Άλλωστε η εξαγορά αυτή και η ενσωμάτωση των Ελλήνων πολιτών στο σύστημα της φαυλοκρατίας, τις περισσότερες φορές ετίθετο στο επίπεδο ενός στυγνού εκβιασμού, που στόχευε στην ίδια τη βιολογική επιβίωση ή την κοινωνική αναπαραγωγή, των εκάστοτε ατομικών ή συλλογικών υποκειμένων. Σε ένα κρατικό μόρφωμα που εκλείπει κάθε είδους κρατική φροντίδα, θεσμική κάλυψη και υπηρεσία με κοινωνική αναφορά, είναι λογικά συνεπές, να αναμένουμε την ανάπτυξη προσωπικών ή συλλογικών «τεχνικών επιβίωσης», που προτάσσουν την ιδιοτέλεια του μέρους, εις βάρος του συνόλου.

Κάτω από αυτές τις συγκυρίες η ελληνική άρχουσα τάξη έπρεπε να απαντήσει στο δίλλημα της ένδοξης πτώσης της ή της υπό περιορισμούς αναπαραγωγής της. Προκρίθηκε όπως έδειξαν τα πράγματα η δεύτερη λύση. Άρχισε λοιπόν ένα είδος διαπραγμάτευσης( η έννοια της διαπραγμάτευσης ακριβώς στο σημείο αυτό βρίσκει το ακριβές της νόημα, και όχι βέβαια στις ανταλλαγές τεχνοκρατικών εκδοχών, ήδη αποφασισμένων πολιτικών και στη επικοινωνιακή τους προώθηση, με φορείς δευτεροκλασάτα και τριτοκλασάτα στελέχη των διαπραγματευόμενων πλευρών) με τις διεθνείς ολιγαρχικές δυνάμεις και την εγχώρια ελίτ για τη δομή και το περιεχόμενο της συνεργασίας. Στο «παιχνίδι» της διαπραγμάτευσης και των αμοιβαίων εκβιασμών, μεταξύ των δύο συμβαλλόμενων πλευρών, χρησιμοποιήθηκε ακόμη και το επικοινωνιακό τέχνασμα του δημοψηφίσματος (βλ Γιώργο Α. Παπανδρέου). Η συμφωνία τελικώς «έκλεισε» αναγνωρίζοντας τις παρακάτω αρχές οργάνωσης της νέας τάξης πραγμάτων. Πρώτον την κατοχύρωση της ηγεμονίας της άρχουσας ελληνικής τάξης έναντι των υπολοίπων, δια μέσου της «προστατευόμενης» εξωγενούς δανειοδότησης του κρατικού προϋπολογισμού και τον, κατά προτεραιότητα, προσανατολισμό των χρημάτων αυτών, στην εξυπηρέτηση των διεθνών δανειστών του ελληνικού δημοσίου, δεύτερον την αναγνώριση της συμμετοχής και μάλιστα με όρους ιδιαίτερης βαρύτητας, της διεθνούς ολιγαρχίας στον καθορισμό της εσωτερικής πολιτικής και άρα τον περιορισμό της εγχώριας ελίτ στο πολιτικό πεδίο και τρίτον την αποδοχή μιας καθολικού τύπου και βίαιης αναδιανομής του εισοδήματος εις βάρος των πολλών, με ανάλογη στήριξη νεοφιλελευθέρων πολιτικών εκμετάλλευσης των αποτελεσμάτων αυτής της αναδιανομής. Σε όλη αυτή τη διαδικασία τη σκιά τους έριξαν κάθε είδους ιδεολογήματα και αυτοπροβαλλόμενοι σωτήρες, οι οποίοι προσπαθούσαν είτε να ενισχύσουν τη θέση τους στο υφιστάμενο σύστημα κυριαρχίας, είτε να εισέλθουν σε αυτό με όρους δύναμης. Στην πρώτη περίπτωση θα μπορούσαμε να εντάξουμε τις κλασσικά αντιπολιτευόμενες κομματικές συσπειρώσεις, ενώ στη δεύτερη νεόκοπα πολιτικά σχήματα, κινήματα και πρόσωπα ή εκπαραθυρωμένους από το σύστημα και κάθε είδους μεγαλομανείς και καιροσκόπους. Στόχος τους βέβαια δεν είναι η ανατροπή του συστήματος, αλλά η ευνοϊκότερη δυνατή ενσωμάτωση. Με πρόσχημα το πατριωτικό αίσθημα, τη δημοκρατία, την ηθική του εκσυγχρονιστικού φιλελευθερισμού, του μετριοπαθούς καπιταλισμού και τέλος της αταξικής κοινωνίας, στήνονται οργανώσεις, κάθε τύπου, με κοινή όμως αναφορά την ολιγαρχική εσωτερική λειτουργία και τις καθεστωτικές πολιτικές επιδιώξεις.

Η αποτελεσματική αντίδραση στον μεθοδευμένο κατακλυσμό που περιγράψαμε δεν μπορεί να ταυτίζεται με την υποκριτική και ανόητη συνταγή της ενσωμάτωσης στο σύστημα και με την εκ των έσω αποδυνάμωσή του. Η ενσωμάτωση στο σύστημα, επιβάλλει πως οι θέσεις και οι ρόλοι που θα κληθούν τα υποκείμενα να αναλάβουν, είναι εκ των προτέρων καθορισμένα, ώστε να εξασφαλίζεται η ακαριαία υποταγή του νεοεισερχόμενου και η ασκούμενη, εκ του συστήματός, επιρροή να είναι αντιστρόφως ανάλογη από αυτή που θα μπορούσε το άτομο να ασκήσει. Πρόκειται δηλαδή για μια σχέση άνισης ανταλλαγής, κατά την οποία το σύστημα παρέχει στο άτομο μια κάποια θέση, με τίμημα την ίδια του την ελευθερία.  

Η δημοκρατική απάντηση

Όπως έχουμε ήδη διαπιστώσει, η ορθολογικότητα δομεί μια ιεραρχικά διατεταγμένη εξουσία των ολίγων επί των πολλών. Το πρότυπο αυτής της δομής συνιστά το εκκοσμικευμένο ανάλογο της θρησκευτικής εξουσίας. Μέσα από ορθολογικές διαδικασίες που θεμελιώνονται στο κενό και λογικά σοφίσματα, αποκρυσταλλώνεται ένα ιεραρχικό σύστημα, το οποίο κατορθώνει σε γενικές γραμμές να πείσει για την ανικανότητα των πολλών να έχουν ουσιαστικό λόγο στην εξέλιξη της συλλογικής τους ζωής και την ικανότητα των λίγων να μονοπωλούν την ορθότητα των επιλογών τους, καθώς έχουν κατοχυρώσει με συνέπεια την πρόσβασή τους στην «απόλυτη αλήθεια». Το κεντρικό πρόβλημα της κοινωνικής οργάνωσης αφορά στην ανισότητα, δηλαδή στη θεσμικά καθορισμένη άνιση (ή μη) πρόσβαση, ανεξάρτητα από τις ατομικές επιδόσεις και τα κοινωνιολογικά χαρακτηριστικά, στις πηγές και την άσκηση της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας. Το πρόβλημα αυτό έχει δυο όψεις, οι οποίες δίνουν στο επίπεδο της κοινωνικής μορφολογίας τον χαρακτήρα της αρένας, εντός της οποίας εκφράζεται, με έναν δίχως όρια επιθετικό ανταγωνισμό, η ανάγκη για κυριαρχία έναντι όλων. Η πρώτη αφορά τις συγκρούσεις μεταξύ των ομάδων που ασκούν εξουσία και η δεύτερη με το σύνολο της εκπορευόμενης δύναμης των εξουσιαστικών ελίτ, εις βάρος αυτών που δεν μετέχουν στο παιχνίδι της εξουσίας ενεργητικά, παρά υπό την μορφή μιας παθητικής εξάρτησης και πολιτικού αδιεξόδου και που κινητοποιούνται ετερόνομα και μαζικά, από ένα σύνολο ιδεολογικών αρχών που επικαλούνται οι εξουσιαστικές ελίτ, ώστε να επιτύχουν τους στόχους τους. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι η στρεβλωτική ανάγνωση του κοινωνικού, όχι στη βάση της εξουσιαστικής διάκρισης κυβερνόντων και κυβερνωμένων, αλλά στον αλλοτριωτικό κατακερματισμό της κοινωνίας σε επιμέρους ομάδες συμφερόντων που αξιώνουν, η κάθε μια για τον εαυτό της, την κάλυψη της συλλογικής της επιθυμίας, στο τάδε ή στο δείνα επιμέρους προκατασκευασμένο ή ήσσονος σημασίας ζήτημα. Σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα, πέραν της ατομικής και κοινωνικής ταυτότητας, κρίνονται ως μικρής βαρύτητας οι επιμέρους συλλογικές ταυτότητες. Η ύπαρξη των κοινωνικών ταυτοτήτων αποκτά πολιτική αξία από την στιγμή που διαμορφώνεται μια δομή λίγο-πολύ σταθερών αντιμαχόμενων συμφερόντων και άρα αναδύεται το εξουσιαστικό φαινόμενο υπό τους όρους της δύναμης και όχι της ισότητας. Σχετικά με αυτή την τάξη πραγμάτων, τα άτομα που συνειδητοποιούν ένα ελάχιστο κοινών συμφερόντων εντάσσονται σε μια ευρύτερη σφαίρα που συνιστά κάποιου είδους συλλογικότητα και στον βαθμό που η συλλογικότητα δεν αμφισβητεί το αυταρχικό μοντέλο εξουσίας, είτε μετέχουν στην διαδικασία κατάληψης της εξουσίας, είτε στην διατήρησή τους σε αυτήν. Τα οφέλη βέβαια και οι ζημίες αποδίδονται ανισομερώς. Αντίθετα η έκλειψη του ανισοβαρούς χαρακτήρα της εξουσίας υποβιβάζει την αξία των επιμέρους συλλογικών ταυτοτήτων (χωρίς να τις εξαφανίζει) διότι το ατομικό μετέχει άμεσα στον καθορισμό του κοινωνικού και άρα μπορεί να εκλάβει το ιδιωτικό του συμφέρον ως μια διάσταση του ευρύτερου κοινωνικού. Αυτό φυσικά σε καμιά περίπτωση δεν παραπέμπει στην ανάδυση και κυριαρχία της αρχής της ομοιομορφίας. Τουναντίον, η άμεση μετοχή στην βάση της ισότητας στη διαδικασία της κοινωνικής θέσμισης, επικυρώνει τη δυνατότητα έκφρασης της διαφορετικής γνώμης, όχι στην προοπτική διαρκών συλλογικών ανταγωνιστικών συμφερόντων, αλλά σε αυτήν της συγκυριακής διαφωνίας.

Στο σημείο αυτό θα θέλαμε σχηματικά να διευκρινίσουμε για την αποφυγή παρερμηνείας, ότι η δημοκρατική αρχή δεν είναι ασύμβατη με την αξιοκρατία και με μια ειδική μορφή ηγεσίας και εκτελεστικών οργάνων, αρκεί τα τελευταία να λογίζονται ως μορφές ειδικής έκφρασης ικανοτήτων, που υπόκεινται σε διαρκή κοινωνικό έλεγχο.

 Η δημοκρατική ατραπός φαντάζει ως η μόνη διέξοδος με προοπτική. Η δημοκρατία ως γενικευμένη θεσμική άρθρωση ενεργού συμμετοχής των πολιτών στο πεδίο της απόφασης για την κοινωνία(διακρινόμενη ρητά από το εκλογικό δικαίωμα), συνιστά αποκλειστικώς την αναγκαία και ικανή συνθήκη αποδυνάμωσης της άρχουσας τάξης από τα θεμέλια της ισχύος της, από την ικανότητα διατήρησης της θέσης της και της εκμετάλλευσης που ασκεί, βάση της διάρθρωσης του πολιτικού και οικονομικού χώρου, και προϋποθέτει ως αναγκαία συνθήκη την συγκρότηση συλλογικού κινήματος. Το κίνημα αυτό δεν θα επιδιώκει τη δημοκρατία στη βάση κάποιων θολών και γενικών ιδεολογικών αρχών, οι οποίες πρόκειται να εφαρμοστούν στο μακρινό μέλλον, αλλά θα την πραγματώνει με την αδιάλειπτη λειτουργία των εσωτερικών οργάνων διοίκησης.

Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2012

Δημοσκοπικός Δήμος: μια εκπληκτική ιδέα!!

Τόσο όμορφες ιδέες! Τόσες όμορφες ιδέες! Μα γιατί να μη μας επιτρέπεται να δοκιμάσουμε τις ζωές μας με χίλιους διαφορετικούς τρόπους; Είναι σημαντικό που, άνθρωποι τόσο μορφωμένοι, καταλήγουν σε συμπεράσματα συγγενή, με τις δικές μου πρωτογενείς προσεγγίσεις. Παραθέτω αυτό το τελευταίο σχόλιο, σε καμία περίπτωση προκειμένου να ευλογήσω τα γένια μου, παρά με την αφελή χαρά ενός ερασιτέχνη, που διαπιστώνει - επιτέλους - τη λειτουργική επάρκεια μιας στοιχειώδους λογικής, μέσα στον εγκέφαλό του. Τελικά, τη δυνατότητα που κρύβεται στη διανόηση του καθενός, αν ποτέ αποφασίσει να αναγνωρίσει στο σκέπτεσθαι ένα γόνιμο στίβο και όχι ένα πάρεργο, απέναντι στο αντίπαλο δέος μιας αβίαστης, ενστικτώδους ενόρμησης. Απολαύστε μια εξαιρετική συζήτηση, από εκείνες που για κάποιο λόγο δε θα ήθελες να τελειώσουν.


Κυριακή, 20 Μαΐου 2012

Μικρό σημείωμα στον ελληνικό Αναρχισμό [Νο1]

Στις 9 Φεβρουαρίου του 2012, η τότε κατάληψη της Νομικής μοίρασε (άμα τη καταλήψει) μια ανακοίνωση, η οποία μεταξύ άλλων όμορφων, προβλέψιμων και τετριμμένων έλεγε και τα εξής (τετριμμένα και αυτά):

"Εμείς διαλέγουμε συνειδητά στρατόπεδο θεωρώντας πως κάθε παρουσία εθνικού συμβόλου και σημαίας ανήκουν στο πεδίο του εχθρού και είμαστε διατεθειμένοι να το πολεμήσουμε με κάθε μέσο".

και

"Μόνη λύση η κοινωνική επανάσταση. Σε όλα αυτά έχουμε να αντιπροτείνουμε την κοινωνική επανάσταση την οποία θεωρούμε ως μόνη λύση για να έχουμε ζωή και όχι επιβίωση. Αυτό σημαίνει να εξεγερθούμε απέναντι σε κάθε οικονομικό και πολιτικό θεσμό. Απαιτεί, μέσα στην πορεία της εξέγερσης, να λάβουμε μέτρα όπως κατάργηση του κράτους, της ιδιοκτησίας και κάθε είδους μετρησιμότητας, της οικογένειας, του έθνους, της ανταλλαγής και τους κοινωνικού φύλλου. Ώστε να επεκτείνουμε τη χαριστικότητα και την ελευθερία σε κάθε σημείο του κοινωνικού βίου".

(Ολόκληρη η ανακοίνωση, εδώ.)

Προσωπικά, δε διαφωνώ και σε πολλά ως προς το περιεχόμενο, τόσο της ανακοίνωσης, όσο και του αναρχισμού γενικότερα κι ίσως, μάλιστα, κάποτε βρω το καθαρό μυαλό να ξετυλίξω συνολικά τις σκέψεις μου περί του θέματος. Ωστόσο, εδώ θα με απασχολήσουν κυρίως δύο ερωτήματα: (α) σε ποιο κοινό απευθύνεται η συγκεκριμένη ανακοίνωση και (β) αν τα παραπάνω αποσπάσματα λειτουργούν θετικά, δηλαδή ως πρόσκληση, ή αρνητικά, δηλαδή ως μια γραφική, αναρχική αμπελοφιλοσοφία.

(α)

Επειδή ολόκληρο το περιεχόμενο της ανακοίνωσης λέει πράγματα τα οποία - υποθέτω - θα πρέπει να είναι χιλιο-ειπωμένα στους κύκλους των αναρχικών, φαντάζομαι πως δε γράφτηκε για εσωτερική κατανάλωση, αλλά αντίθετα σαν ένα άνοιγμα στο ευρύτερο κοινό. Στο κάτω-κάτω, θα ήταν παράδοξο μια οποιαδήποτε συνέλευση να βγάζει ανακοινώσεις, με στόχο να τις μοιράσει σε όσους τις συνέταξαν!

Θα μου πείτε, φυσικά, όλα αυτά τα φυλλάδια και οι ρητορικές εξάψεις, θα μπορούσαν να έχουν ως στόχο την ενημέρωση και το συντονισμό των ομοδόξων. Θεωρώ από τις ελάχιστες γνώσεις μου, ότι οι αναρχικές ομάδες - ως επί το πλείστον - δεν πάσχουν από κοινωνικό αυτισμό, αλλά αντιθέτως, αναζητούν με κάθε ευκαιρία τρόπους "ανοίγματος" και συμπαράστασης προς την υπόλοιπη κοινωνία. Με αυτό κατά νου, δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς ότι παραλήπτης της ανακοίνωσης δεν είναι καμιά αναρχο-μυστικιστική σέχτα, αλλά εγώ κι εσύ που διαβάζεις τώρα (αν υπάρξει ποτέ κανείς τέτοιος). Από την αλλη, τώρα, πολύ φοβάμαι ότι - όμοια με το ΚΚΕ - οι σημερινή αναρχική σκέψη (μπούρδα είναι αυτό, αφού δεν υπάρχει μία μόνο αναρχική σκέψη, αλλά χάριν του επιχειρήματος, που λέμε) διακατέχεται από μιας μορφής φιλοσοφικό αυτισμό και είναι αυτό που, σε γενικές γραμμές, θα θίξω παρακάτω. Κάτω από αυτή την οπτική, θα προχωρήσω λοιπόν στην κριτική των προαναφερθέντων αποσπασμάτων.

(β)

Καταρχήν, αδυνατώ να κατανοήσω πώς είναι δυνατόν, άνθρωποι που αντιπαλεύουν σαν τα σκυλιά τις φασιστικές, ακροδεξιές οργανώσεις, κατηγορώντας τες για μιλιταρισμό και άπλετη χρήση βίας, να καταφέρνουν μέσα σε δύο μόλις σειρές γραπτού λόγου να εξαντλήσουν το μιλιταριστικό λεξιλόγιο: "στρατόπεδο", "εχθρού", "πολεμήσουμε". Άλλα μου λεν τα μάτια σου και άλλα η καρδιά σου, ένα πράγμα. Αλλά θεωρώ - όχι αβάσιμα υποθέτω - ότι η ποιότητα του λόγου μεταφέρει κι ένα μέρος απ' την ποιότητα του περιεχομένου του. Με αυτό κατά νου, αναρωτιέμαι αν ο εμπνευστής του παραπάνω κειμένου ξέρει τι να περιμένει από τον αναγνώστη του. Γιατί, προσωπικά, φοβάμαι ότι ο αδαής - και έστω άδολος - αναγνώστης, δε θα κοινωνήσει ούτε ίχνος απ' την ποιότητα του αληθινού αναρχικού ζητούμενου, μέσα από τέτοιες "στρατιωτικοποιημένες" εκφράσεις. Δεν θα αναλωθώ άλλο στο συγκεκριμένο ζήτημα, αλλά προκαλώ κάθε αναρχικό συγγραφέα ανακοινώσεων να αναρωτηθεί τόσο ως προς την ποιότητα που πιστεύει ότι εκπροσωπεί, όσο και ως προς εκείνη που πιστεύει ότι μεταλαμπαδεύει. Γιατί "αγώνας" δε σημαίνει "πόλεμος", "αντίπαλος" δε σημαίνει "εχθρός" και "παίρνω θέση" δε σημαίνει "επιλέγω στρατόπεδο".

Ως προς το θέμα της σημαίας τώρα. Μα καλά, οι σημερινοί αναρχικοί σε ποια χώρα μεγάλωσαν; σε ποιον πλανήτη; Τι κι αν εγώ εκστασιάζομαι, κάθε φορά που ακούω το συγχωρεμένο το Διαμαντόπουλο να τα χώνει για τη σημαία και τους συμβολισμούς της; Παρ' όλα αυτά, δε ζω μονάχος μου σ' αυτή την κοινωνία. Ή μάλλον, δεν κλείνω τα μάτια μου στον κόσμο γύρω, δεν κατεβάζω ρολά. Παρατηρώ και κρίνω. Μια σημαία είναι, φυσικά, ικανή (αυτός που την κρατά δηλαδή, όχι η ίδια) να καλύψει ό,τι βρωμιά μπορεί κανείς να φανταστεί - ειδικά αν πιάσουμε τίποτε ιδεώδεις συμβολισμούς: Δημοκρατία, Ελευθερία και τα σχετικά. Αλλά μπορεί να σημαίνει, επίσης, το σπίτι μου, το χωριό μου, το καΐκι που με πέρναγε απέναντι, τον παππού Μιχάλη που πέθανε το '40, όχι από κανένα εθνικιστικό ιδεώδες, παρά διεκδικώντας την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Θα μου πείτε: αφέλειες και γενικεύσεις. Άμα ρωτήσεις κάποιον τι κρατάει στα χέρια του εκείνη τη στιγμή, το πιθανότερο είναι να μην ξέρει ούτε ο ίδιος. Αλλά; Τον ρώτησες;

Δε μπορώ, σε καμία περίπτωση, να κατανοήσω με ποιον τρόπο η παρουσία της σημαίας είναι ικανή να στιγματίσει κάποιον ως εχθρό μου (εκτός κι αν βλέπω παντού εχθρούς). Όχι, δίχως να καθίσω και να συνδιαλεχθώ μαζί του, δίχως να επιχειρήσω να κατανοήσω τους συμβολισμούς, με τους οποίους έχει φορτίσει - αυτός προσωπικά - το πανί που κρατάει ή έχει κρεμάσει στο μπαλκόνι του. Τα εθνικά σύμβολα δεν είναι απαραίτητα συνώνυμα του εθνικισμού, όσο κι αν αηδιάζουν μερικούς από εμάς ή έστω μας αφήνουν αδιάφορους. Αυτό για να το καταλάβει κανείς, πρέπει καταρχήν να συνειδητοποιήσει ότι κι αν ο ίδιος έχει αγγίξει υπερβατικά επίπεδα διαύγειας, οι υπόλοιποι θνητοί διάγουμε βίο σε διάφορα επίπεδα ωρίμανσης. Πολλοί είναι εκείνοι που αγαπάνε αυτή την αοριστία που ονομάζουμε Ελλάδα, δίχως να επιθυμούν σώνει και καλά το θάνατο όλων των άλλων. Αυτούς, λοιπόν, τους αδαείς πρέπει ο γερο-σοφός των Εξαρχείων να τους προσεγγίσει με τρόπο ανθρώπινο - όχι οικτίρωντας ή υποτιμώντας τους - και να τους εξηγήσει γιατί αυτό που έχει να τους προτείνει είναι ανώτερο, καλύτερο ή αξιότερο από αυτό που οι ίδιοι πιστεύουν. Αλλά απορρίπτοντάς τους εκ των προτέρων, ως εν δυνάμει εχθρούς, τελικά τους καθιστούμε εχθρούς από μόνοι μας.

Αλλά όσο χρέος έχει ο "Ελληναράς" να γλιτώσει απ' τη "σαπίλα" των εθνικών συμβόλων, άλλο τόσο έχει κι ο αναρχικός να γλιτώσει απ' την άλλη πλύση εγκεφάλου: εκείνη των αντεθνικών συμβόλων και μιας ξύλινης και μονοκόμματης αντίδρασης, η οποία δε διαφέρει και πολύ από το φασισμό που αντιμάχεται. Παρά ομφαλοσκοπώντας, από την υψικόρυφη κωλάρα της αναρχικής μας διανόησης, κάνουμε τις δικές μας παραδοχές και επικολλούμε τις δικές μας ετικέτες στους συνανθρώπους μας, κατά πώς μας καπνίσει και μέχρι εκεί που φτάνει ο νους μας. Αλλά θα πρέπει να καταλάβει κανείς, ότι δε μπορείς να γκρεμίσεις μια ολόκληρη κοινωνία, δίχως μια στάλα ταπεινότητας και ανοχής. Ταπεινότητα για τα λάθη που σχεδόν βέβαια θα κάνεις, ανοχή για τα λάθη που κι οι άλλοι έχουν δικαίωμα και περιθώρια να κάνουν. Δε μπορείς να οραματίζεσαι, ακόμα και τα αγνότερα οράματα, δίχως μια στάλα υπομονής για τις μεταμορφώσεις εκείνες, που συνήθως ξεπερνούν σε χρονικές απαιτήσεις τις ζωές πολλών γενεών. Δε μπορείς να καταδικάζεις τη σημαία του άλλου, αλλά εσύ απ' την πλευρά σου να εκστασιάζεσαι στη θέα και τον κυματισμό των αναρχικών λαβάρων (απ' τα οποία ουκ ολίγα υπάρχουν). Γιατί δεν είναι άλλο το ένα κι άλλο το άλλο. Όσο εθνικιστής είναι αυτός με την ελληνική σημαία, άλλο τόσο είναι κι εκείνος με την αναρχική. Μονάχα το "έθνος" του διαφέρει. Άμα δε θέλω λοιπόν να βλέπω γύρω μου σημαίες, χρέος έχω να κάψω πρώτα τη δική μου. Τελεία.

[Του Μπι Κοντίνιουδ]

Παρασκευή, 11 Μαΐου 2012

Ο Συνταγματολόγος Ηλίας Νικολόπουλος...

Μια εξαιρετικά συγκροτημένη και διαφωτιστική συζήτηση του 2011, στο διαδικτυακό κανάλι "Εδώ Σύνταγμα WEBTV", γύρω από μερικά φλέγοντα συνταγματικά ζητήματα , τη νομιμότητα των κυβερνητικών αποφάσεων, τον εκλογικό νόμο και άλλα τέτοια όμορφα. Πολύ μούρη ο Κος Νικολόπουλος. Αξίζει τον κόπο...

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2012

Αναθεωρήσεις - Επισημάνσεις.

Σε προηγούμενη υπεράσπισή μου της απλή αναλογικής απέτυχα να διακρίνω μια «λεπτομέρεια» εξαιρετικής σημασίας. Τα μάτια μου άνοιξε ένα άρθρο πάνω στο θέμα, κάποιου Πάνου Ελευθεριάδη , νομικού, γραμμένο στο περιοδικό Cogito (τεύχος 10, Ιούλιος 2010). Εκεί θίγεται το εξής ερώτημα, το οποίο ελάχιστα με είχε απασχολήσει: αν υποθέσουμε, δηλαδή, πως η απλή αναλογική είναι σύστημα δικαιότερο, τότε θα πρέπει να εξετάσουμε ως προς τι είναι δικαιότερο ∙ τι είναι με άλλα λόγια εκείνο το οποίο μοιράζεται δικαιότερα από αυτήν; Ο αρθρογράφος αναρωτιέται και υποστηρίζει ότι εκείνο που θεωρητικά θα πρέπει να μοιράζεται δικαιότερα είναι η εξουσία. Ωστόσο, στην πράξη αυτό ουδόλως συμβαίνει. Στη συνέχεια, παραθέτω εν συντομία τα βασικότερα σημεία της επιχειρηματολογίας του, στα οποία τονίζω ότι συμφωνώ και επαυξάνω (η ευθύνη της περίληψης και της απλοποίησης δική μου):

Η εξουσία, λοιπόν, δεν μοιράζεται δίκαια για τους εξής λόγους:

α. Το δεύτερο κόμμα, ακόμη και στην καλύτερη των περιπτώσεων (δηλαδή ενός οριακού 49% των εδρών) έχει δυσανάλογα μικρότερη εξουσία. Δεν παίρνει ούτ’ ένα υπουργείο, δεν επανδρώνει ούτε μία γενική γραμματεία υπουργείου, δε διαχειρίζεται κρατικές τράπεζες ή άλλους κρατικούς οργανισμούς, τέλος πάντων, αυτό που παίρνει (είναι εκείνο στο οποίο δικαίως πάει το μυαλό σας, αλλά δεν επιτρέπεται να το εκστομίσουμε γιατί είμαστε σοβαρό blog) είναι ένα τεράστιο, ολοστρόγγυλο και με μπόλικο σουσάμι μηδενικό.

β. Πολύ περισσότερο - αν οι συγκυρίες το θελήσουν έτσι - είναι πιθανό ένα κόμμα του 3%, μέσω μιας κυβέρνησης συνεργασίας, να έχει δικά του υπουργεία (η πρόσφατη εμπειρία με το ΛΑ.Ο.Σ. το απέδειξε αυτό περίτρανα), όταν το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης - με πολλαπλάσια ποσοστά εδρών - δεν απολαμβάνει κανένα μέρισμα εξουσίας.

γ. Ακόμη χειρότερα μπορούν να γίνουν τα πράγματα, αν αναλογιστούμε ότι ένα τέτοιο ήσσον κόμμα συνεργασίας έχει τη δυνατότητα να αποκτήσει μεγαλύτερη εξουσία ακόμη κι απ’ αυτή την ίδια την κυβέρνηση, κι αυτό πάντα με την απειλή ή τον εκβιασμό μιας επικείμενης αποχώρησης. Εδώ, αναφέρει χαρακτηριστικά ο αρθρογράφος το παράδειγμα των Φιλελεύθερων Δημοκρατών στη Γερμανία, οι οποίοι με τον τρόπο αυτό, λέει, κράτησαν για χρόνια το σημαντικό Υπουργείο Εξωτερικών.

Όλα τα παραπάνω – αλλά και μερικά ακόμη που αναλύονται στο εν λόγω άρθρο - με κλόνισαν γερά, καθώς δεν είχα αντιληφθεί στο παραμικρό αυτές τις προφανείς παρατηρήσεις πάνω στη νομή της εξουσίας, που έπεσαν πάνω μου σαν δυνατές καρπαζιές αποκάλυψης. Φυσικά και δε θεωρούσα την απλή αναλογική πανάκεια, αλλά όχι κι έτσι βρε αδερφέ. Ωστόσο, από την αρχή υπήρχε κάτι που μ’ ενοχλούσε έντονα στο εν λόγω άρθρο (πάνω δηλαδή στην δομή της επιχειρηματολογίας, όχι κάτι πονηρότερο), όμως εν πρώτοις θεώρησα πως δεν ήταν παρά θιγμένος εγωισμός και τίποτα περισσότερο. Τελικά, κατόπιν ωρίμου σκέψεως, νομίζω ότι τελικά συνειδητοποίησα περί τίνος πρόκειται.

Γιατί η υπόθεση πάνω στην οποία στηρίζεται, ευθύς εξαρχής, όλο το λογικό οικοδόμημα είναι άκρως αμφισβητήσιμη. Η απλή αναλογική δεν καλείται, απαραίτητα, να μοιράσει δίκαια την εξουσία, αλλά δίκαια την αντιπροσώπευση. Γιατί τα δύο αυτά, φυσικά, δεν ταυτίζονται κι αυτό αποτυγχάνεται να επισημανθεί δεόντως. Έχω την εντύπωση ότι - εδώ ίσως οι γνώσεις μου στέκονται ανεπαρκείς – ένα εκλογικό σύστημα είναι υπεύθυνο μόνο για τον τρόπο που μοιράζονται οι έδρες κι όχι για το πώς θα γίνει τελικά η κατανομή της εξουσίας (τέλος πάντων, τουλάχιστον ανάμεσα σε όσους ανοίξει τελικά η Βουλή τις πόρτες της). Για την κατανομή αυτή υπεύθυνα είναι - υποθέτω - διάφορες νομοθεσίες και οι συνταγματικές διατάξεις. Ο εκλογικός νόμος δε βλέπω με ποιον τρόπο έχει ισχύ και επιρροή πάνω στη νομή της εξουσίας, από τη στιγμή που θα μοιραστούν οι βουλευτικοί θώκοι και μετά. Γιατί μπορεί κανείς να έχει έδρα χωρίς καμία εξουσία ή πάλι να έχει εξουσία χωρίς καμία έδρα (πχ. αντιπρόσωποι που διορίζονται απ' τα κόμματα, αλλά ουδέποτε εμφανίστηκαν στα ψηφοδέλτια, βλ. Παπαδήμος - αν υποθέσουμε φυσικά ότι έχει μια κάποια εξουσία και δεν είναι απλή βιτρίνα). Να το πω και λίγο διαφορετικά: εννοείται πως η κατανομή των εδρών αποτελεί μια πρώτη κατανομή εξουσίας, ωστόσο η τελευταία δεν εξαντλείται (ή δεν θα 'πρεπε να εξαντλείται) εκεί. Έτσι η απλή αναλογική μοιράζει δικαιότερα τις έδρες, αλλά όχι και δικαιότερα την εξουσία. Δεν είναι αυτή η δουλειά της. Αυτό θα απαιτούσε νόμους δημοκρατικότερους και αντιπροσώπους ωριμότερους, τέλος πάντων, άλλα ήθη και έθιμα, άγνωστα σε τούτη τη μικρή γωνιά της Γης.

Πάντως, η δικαιότερη αντιπροσώπευση σε ένα σύστημα κοινοβουλευτικής αντιπροσώπευσης - τονίζω για άλλη μια φορά – ΕΙΝΑΙ το ζητούμενο! Πρόκειται περί μιας ηθικής επιταγής πλήρους αντικρύσματος, νοήματος και ειδικού βάρους. Η συζήτηση θα έπρεπε να ξεκινάει ΑΠΟ αυτήν και όχι πριν απ’ αυτήν. Στα υπόλοιπα σημεία, όπως προανέφερα, ο αρθρογράφος θα με βρει σύμφωνο με τα περισσότερα, ωστόσο νομίζω ότι τελικά σε ένα ακόμα ιδιαίτερα σημαντικό σημείο αδυνατεί. Αδυνατεί, δηλαδή, να δείξει με τρόπο ισχυρό γιατί η ενισχυμένη αναλογική είναι δικαιότερη. Επιχειρεί να την αναδείξει απαιτώντας, ωστόσο, προϋποθέσεις τέτοιες οι οποίες θα καθιστούσαν τελικά το όποιο δημοκρατικό εκλογικό σύστημα ουδέτερης σημασίας. Αν πληρούνταν όντως οι όροι του διαχωρισμού των εξουσιών, της διαφάνειας, των πολλαπλών ελέγχων κτλ. δηλαδή σε μια «ιδανική» κοινωνία, τότε πράγματι θα ήταν αδιάφορο αν εκλέγαμε κυβερνήσεις ενισχυμένης αναλογικής, τεχνηέντως αυτοδύναμες, ή «αδύναμες» κυβερνήσεις συνεργασίας, απλής αναλογικής.

Τέλος πάντων, όλα ετούτα είναι θεωρητικές αερολογίες και ακαδημαϊσμοί, στο βαθμό που έχω ήδη κουβεντιάσει σε προηγούμενες αναρτήσεις μου, πως η κοινοβουλευτική αντιπροσώπευση οφείλει να αποκατασταθεί μόνο ως κτίσμα διατηρητέο, το οποίο θα υποχωρήσει σταδιακά δίνοντας τη θέση του σε όλο και λιγότερη αντιπροσώπευση, όλο και περισσότερη άμεση δημοκρατία.

Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2009